«Η Ελλάδα όπως είναι»

Η ανακοίνωση των ονομάτων της Επιτροπής «Ελλάδα 2021» ήταν μια ευχάριστη έκπληξη. Το ίδιο και η ομιλία της κ. Αγγελοπούλου προχθές στην αίθουσα της Γερουσίας. Οταν ο πρωθυπουργός την όρισε πρόεδρο, πολλοί ανησυχήσαμε ότι είχαν κατά νου να κάνουν λαμπρές τελετές και εκδηλώσεις, αλλά όχι δραστηριότητες που βοηθούν στον αναστοχασμό. Η σύνθεση της επιτροπής μάς διέψευσε. Η ποιότητα των προσώπων και ο συνδυασμός των ειδικοτήτων δείχνουν ότι θα οργανωθεί ένας διάλογος πλουραλιστικός και πολύμορφος. Η ομιλία της προέδρου ήταν προς αυτή την κατεύθυνση και είχε έναν τόνο συγκρατημένης περηφάνιας για το παρελθόν και αισιοδοξίας για το μέλλον.

«Καλούμαστε να αποτυπώσουμε την Ελλάδα όπως είναι», είπε. Αυτό είναι αδύνατο στην κυριολεξία, θα μας πουν οι φιλόσοφοι. Σωστά τίθεται όμως ως κεντρικός σκοπός των έργων της επιτροπής. Για εμένα μπορεί να σημαίνει τρία πράγματα.

Το πρώτο καταγράφηκε στην ομιλία: «Να συνδιαμορφώσουμε όλοι μαζί αυτή τη νέα πατριδογνωσία που θα βρίσκεται μακριά από τη μελαγχολία της διαρκώς διωκόμενης, αδικημένης και κατατρεγμένης Ελλάδας, αλλά και από την υπερφίαλη αυταρέσκεια του περιούσιου λαού που αποτελεί το κέντρο του κόσμου».

Τούτο δεν στοχεύει στους ιστορικούς και στους κοινωνικούς επιστήμονες, που όλοι σχεδόν απορρίπτουν αυτές τις αφηγήσεις. Στοχεύει στις αντιλήψεις πολλών πολιτών, σε όλα τα κοινωνικά στρώματα και σε όλο το πολιτικό φάσμα. Μπορούν οι εκδηλώσεις του 2021 να τους πείσουν ότι η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη, πιο ουδέτερη αλλά και πιο ενδιαφέρουσα; Με ποια μέσα, με ποια γλώσσα, με ποια κωδικοποίηση μπορεί να γίνει αυτό; Η δημοσιότητα και η πολυμορφία των δράσεων είναι μια μεγάλη ευκαιρία και ελπίζω η επιτροπή να τα καταφέρει.

Το δεύτερο αφορά περισσότερο στους ερευνητές: ιστορικούς, κοινωνιολόγους, πολιτικούς επιστήμονες, ανθρωπολόγους. Το 2021 είναι ευκαιρία για πιο συστηματικό διάλογο μέσα στην κοινότητά τους σχετικά με την ερμηνεία της ιστορίας των διακοσίων ετών. Κάθε τόσο υπάρχουν κυρίαρχες θεωρίες, που έπειτα από καιρό αναμορφώνονται ή αντικαθίστανται από νεότερες θεωρίες. Ποιες επικρατούν σήμερα; Ποια είναι τα όριά τους; Πρέπει να υπάρξουν νέες προσεγγίσεις ή ακόμα και μια νέα συναίνεση για το εθνικό αφήγημα;

Οπως δείχνει ο Γιάννης Βούλγαρης στο βιβλίο «Ελλάδα: μια χώρα παραδόξως νεωτερική» (Πόλις), τα δύο ερμηνευτικά σχήματα που κυριαρχούσαν από τη μεταπολίτευση μέχρι την κρίση, το μαρξιστικό και το εκσυγχρονιστικό (modernization), είχαν κοινό χαρακτηριστικό ότι ερμήνευαν την Ιστορία με απουσίες και υστερήσεις. Το μέτρο σύγκρισης ήταν μια τυπική πορεία ανάπτυξης (είτε του καπιταλισμού είτε της νεωτερικής κοινωνίας) και η Ελλάδα μετριόταν με βάση όσα της έλειπαν. Η αντίληψη ότι η κοινωνική εξέλιξη ακολουθεί διαφορετικούς δρόμους χωρίς να υπάρχει ιδανικός τύπος είναι σχετικά πρόσφατη. Στην Ελλάδα ίσως να ενισχύθηκε από την κρίση, που μας ώθησε να αναρωτηθούμε με πρακτικούς όρους τι πήγε στραβά. Τώρα λοιπόν είναι μια ευκαιρία για τους επιστήμονες να αναζητήσουν την «Ελλάδα όπως είναι».

Το τρίτο αφορά όσους σχεδιάζουν δημόσια πολιτική. Οι παλιές εγχώριες συνταγές για την ανάπτυξη έφτασαν στα όριά τους το 2009 και οι εισαγόμενες λίστες μέτρων δεν απέδωσαν πολύ καλά στη συνέχεια. Χρειαζόμαστε μια νέα μέθοδο για να διαπιστώνουμε τις πραγματικές δυνατότητες και εμπόδια, και να επιλέγουμε τα εργαλεία πολιτικής που ταιριάζουν.

Τα μοντέλα των διεθνών οργανισμών και αυτά των στρατευμένων πανεπιστημιακών δεν μπορούν να φορεθούν σαν έτοιμα ρούχα. Η «Ελλάδα όπως είναι» έχει το δικό της σουλούπι και το δικό της γούστο. Ο ράφτης που θα φτιάξει το καλό της ρούχο πρέπει να ξέρει όλα τα υφάσματα της αγοράς, αλλά στο τέλος πρέπει να της πάρει τα μέτρα και να την κουβεντιάσει. Είναι εργασία πρακτική για ανθρώπους που ξέρουν και τη θεωρία.

* Ο κ. Αρίστος Δοξιάδης είναι εταίρος στο κεφάλαιο επενδύσεων τεχνολογίας Big Pi.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ