Ιδιωτικά πανεπιστήμια: το κυπριακό παράδειγμα

Η τριτοβάθμια εκπαίδευση συνιστά τα τελευταία χρόνια έναν σημαντικό πυλώνα της κυπριακής οικονομίας. Το κυπριακό υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού έχει θέσει τη μετατροπή της Κύπρου σε περιφερειακό κέντρο εκπαίδευσης και έρευνας ως έναν από τους κύριους στόχους του. Η συνεισφορά του τομέα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης έφτασε πέρυσι στο 4,8% του ΑΕΠ και το 2,6% των συνολικών θέσεων εργασίας, ποσοστά που αναμένεται να αυξηθούν περαιτέρω τα προσεχή έτη. Μέσα σε δέκα μόλις χρόνια ο συνολικός αριθμός των φοιτητών εξάλλου διπλασιάστηκε, από τους οποίους σχεδόν οι μισοί είναι διεθνείς φοιτητές.

Κρίνεται σκόπιμο να σημειωθούν τα ακόλουθα ως προϋποθέσεις υγιούς ανάπτυξης μη κρατικών πανεπιστημίων:

Εξωτερική αξιολόγηση: Με την ίδρυση του ανεξάρτητου Φορέα Διασφάλισης και Πιστοποίησης της Ποιότητας της Ανώτερης Εκπαίδευσης υλοποιήθηκε μια αναγκαία προϋπόθεση. Τα κριτήρια ποιότητας, αλλά και η εξωτερική αξιολόγηση, αφορούν ισότιμα τόσο τα κρατικά, όσο και τα μη κρατικά πανεπιστήμια. Ο φορέας δημοσιοποιεί τα αποτελέσματα των εξωτερικών αξιολογήσεων και έχει απορρίψει μέχρι σήμερα ή έχει αποφασίσει την επαναξιολόγηση πολλών από τα υποβληθέντα προγράμματα είτε ιδιωτικών είτε δημοσίων πανεπιστημίων. Λειτουργεί χωρίς άμεση εξάρτηση από την κεντρική κυβέρνηση και με επιτροπές αξιολόγησης που αποτελούνται από καθηγητές άλλων ευρωπαϊκών χωρών, ώστε να διασφαλίζεται εφαρμογή των ευρωπαϊκών προτύπων ποιότητας.

Ενιαίο μέτρο αξιολόγησης κρατικών και μη κρατικών πανεπιστημίων: Αναμφίβολα τα κρατικά πανεπιστήμια έχουν το πλεονέκτημα της δωρεάν εκπαίδευσης σε επίπεδο πτυχίου και της φθηνότερης εκπαίδευσης σε μεταπτυχιακό επίπεδο, οπότε η αποτελεσματική λειτουργία των μη κρατικών πανεπιστημίων προϋποθέτει να μπορέσουν να προσφέρουν υψηλής ποιότητας εκπαίδευση και αυτό μπορεί να γίνει μόνο μέσα από τον άμεσο ανταγωνισμό τους με τα κρατικά. Αντίστοιχα, ο ανταγωνισμός με τα ιδιωτικά συνέβαλε στη βελτίωση και των κρατικών ιδρυμάτων. Αν έχεις έναν πραγματικά ανεξάρτητο φορέα ο οποίος κάνει εξωτερικές αξιολογήσεις, διασφαλίζεις τον έλεγχο ποιότητας και επομένως υποχρεώνεις όλα τα πανεπιστήμια να εργαστούν για τη βελτίωση των προγραμμάτων τους.

Διεθνοποίηση και καινοτομία: Η επιτυχία των μη κρατικών πανεπιστημίων εξαρτάται από την ικανότητά τους να είναι ανταγωνιστικά και σε αυτό συμβάλλουν η διεθνοποίηση και η καινοτομία. Για να αναφερθώ στο παράδειγμα του δικού μου Πανεπιστημίου, όταν θεμελίωσε την πρώτη ιατρική σχολή στην Κύπρο συνεργάστηκε με το φημισμένο Πανεπιστήμιο St George’s του University of London, εγκαθιδρύοντας ένα διεθνές πρόγραμμα ιατρικής που προσείλκυσε φοιτητές από την ευρύτερη περιοχή, αλλά και από ανεπτυγμένες χώρες. Το ίδιο και με το διεθνές μεταπτυχιακό πρόγραμμα στα ψηφιακά νομίσματα που ήταν το πρώτο παγκοσμίως στο συγκεκριμένο καινοτόμο πεδίο. Στη δική μου σχολή, τη Νομική, είναι χαρακτηριστικό πως σήμερα έχουμε κοινά προγράμματα με τα ιστορικά Πανεπιστήμια της Πάδοβα, του Ζάγκρεμπ, του Δ. Σίδνεϊ, με το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, με το Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, με το φημισμένο MGIMO της Μόσχας κ.ο.κ.

Ανταγωνιστικότητα των τίτλων σπουδών: Το ζητούμενο είναι πως θα αναπτυχθούν προγράμματα σπουδών που θα μπορούν να ανταγωνιστούν αντίστοιχα προγράμματα του εξωτερικού και να προσελκύσουν διεθνείς φοιτητές. Θα πρέπει να εδραιωθεί η κατανόηση ότι η πληρωμή διδάκτρων δεν συνεπάγεται χειρότερη ποιότητα ή ευκολότερα κριτήρια απονομής πτυχίου. Εκείνος που θα πληρώσει δίδακτρα πρέπει να αναμένει αντιθέτως ένα πρόγραμμα που να αξίζει τον κόπο να επενδύσει τα χρήματά του, να είναι υψηλής ποιότητας και να του δίνει δυνατότητα ανταγωνιστικότητας στην αγορά εργασίας. Δεν είναι τυχαία επομένως η συνεχιζόμενη έμφαση που δίδεται από τα ιδιωτικά πανεπιστήμια της Κύπρου στην ένταξη στις διεθνείς αξιολογήσεις και στην αγορά εργασίας, εφόσον ένας φοιτητής ενδιαφέρεται πρωτίστως για την ποιότητα και την ανταγωνιστικότητα του τίτλου σπουδών του.

Οι ιδεολογικές αγκυλώσεις ως προς την ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημίων αποπροσανατολίζουν τη συζήτηση από το ουσιώδες: το θεσμικό πλαίσιο εγκαθίδρυσης και η στρατηγική ανάπτυξης των ιδιωτικών πανεπιστημίων ώστε αυτά να μπορούν να συμβάλουν στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας και στην παροχή υψηλής ποιότητας στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, τόσο από τα δημόσια, όσο και από τα μη κρατικά πανεπιστήμια. Δεν είναι αυτοσκοπός η ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων, αλλά η αναβάθμιση της ποιότητας της ανώτατης εκπαίδευσης γενικότερα. Με αυτή την οπτική τα διδάγματα του κυπριακού παραδείγματος ενδεχομένως μπορούν να συμβάλουν και στην περαιτέρω συζήτηση του θέματος στην Ελλάδα χωρίς προκαταλήψεις και αφορισμούς.

* Ο κ. Αχ. Αιμιλιανίδης είναι καθηγητής, κοσμήτωρ της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Λευκωσίας.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ