Έξι άνθρωποι τρώνε και πίνουν μαζί. Τρεις Έλληνες και τρεις Τούρκοι – μετανάστες και παιδιά εργατών που ήρθαν στη Γερμανία μεταξύ 1960-1973. Έχουν πολλά κοινά, εμπειρίες και προβλήματα. Μια αλλιώτικη θεατρική παράσταση.

    

 

Έξι άνθρωποι κάθονται γύρω από το ίδιο τραπέζι: Τρεις Έλληνες και τρεις Τούρκοι – μετανάστες και παιδιά εργατών που ήρθαν στην Γερμανία την περίοδο 1960-1973. Τρώνε ταραμά, σαρμαδάκια και πιπεριές τουρσί, ενώ συζητάνε για τις εμπειρίες τους ως παιδιά μεταναστών σε μία ξένη χώρα, τις δυσκολίες που συνάντησαν μεγαλώνοντας ανάμεσα σε δύο πατρίδες. Τραγουδάνε ελληνικά τραγούδια, που όμως είναι και τούρκικα – χορεύουν… Μία “φιέστα”, όπως ονομάζεται η θεατρική παράσταση. Σήμερα, την εποχή του λοκντάουν και των τεταμένων ελληνοτουρκικών σχέσεων ένα τέτοιο σενάριο αγγίζει σχεδόν τα όρια της επιστημονικής φαντασίας!

Την ιδέα και καλλιτεχνική διεύθυνση του πρότζεκτ «Είμαι ένα παιδί φιλοξενούμενου εργάτη» (Ich bin ein Gastarbeiterkind) έχει η Ελισάβετ Χάσσε. «Ξεκίνησα αυτό το πρότζεκτ πριν από δυο χρόνια. Αφορμή ήταν ότι ένα μεγάλο ποσοστό των φίλων μου είναι παιδιά Gastarbeiter και οι εμπειρίες τους με συνοδεύουν εδώ και χρόνια. Και όλοι τους έχουν τραυματικές εμπειρίες από την παιδική τους ηλικία», λέει σε συνέντευξή της στην DW.

Ένα «ξένο σώμα» στη γερμανική κοινωνία

Στιγμιότυπο από την παράσταση Η Φιέστα (Das Fest)Στιγμιότυπο από την παράσταση “Η Φιέστα” (Das Fest)

Πριν από 60 χρόνια, στις 30 Μαρτίου 1960, υπογράφηκε η «Σύμβαση περί επιλογής και τοποθετήσεως ελλήνων εργατών εις γερμανικάς επιχειρήσεις». Ένα χρόνο αργότερα ακολούθησε η διακρατική συμφωνία και με την Τουρκία. Νέοι και νέες συνέρρεαν στα γραφεία μετανάστευσης με την ελπίδα να πληρούν τις προϋποθέσεις για να δουλέψουν σε κάποιο εργοστάσιο της Δυτικής Γερμανίας. Τα παιδιά συνήθως γι’ αρχή έμεναν πίσω… Το αρχικό πλάνο ήταν άλλωστε οι γονείς τους να επιστρέψουν μετά από λίγα χρόνια.

«Οι γονείς τους τους αφήσανε βρέφη ή πολύ μικρά σε κάποιον συγγενή να τα προσέχει και τα έβλεπαν μόνο τα καλοκαίρια. Κι αυτά τα παιδιά δεν είχαν καμία σύνδεση με τους γονείς τους, τους έβλεπαν σαν ξένους και σαν κακούς, τους φοβούνταν», επισημαίνει η Χάσσε. Πολλά από αυτά τα παιδιά, σημειώνει επίσης, έχουν μέχρι και σήμερα προβλήματα εμπιστοσύνης, καθώς σε εκείνα τα κρίσιμα χρόνια για την εδραίωση της βασικής αίσθησης της εμπιστοσύνης δεν πήραν τα κατάλληλα ερεθίσματα από τους γονείς τους.

Η επανένωση με τους γονείς μπορούσε να γίνει μετά την ψήφιση της ανάλογης γερμανικής νομοθεσίας περί επανένωσης των οικογενειών μόνο μέχρι το 16ο έτος. Και όταν αυτή συνέβαινε, έφερνε τα παιδιά σε ένα εντελώς άγνωστο περιβάλλον, συχνά άσχημο, αφενός γιατί δεν ήξεραν τη γλώσσα, αφετέρου γιατί ήταν από χωριά με εντελώς διαφορετικό πολιτισμικό υπόβαθρο – ένα «ξένο σώμα» στη γερμανική κοινωνία,  όπως αναφέρει η Χάσσε. Και τα προβλήματα συνεχίζονταν και μέσα στο ίδιο το εκπαιδευτικό σύστημα, συχνά από τους ίδιους τους δασκάλους, οι οποίοι έλεγαν, όπως επισημαίνει η Χάσσε, «γιατί να χάνω τον χρόνο μου με ένα παιδί ξένων που δεν πρόκειται να σπουδάσει και μετά από 1-2 χρόνια θα φύγει πίσω στην Ελλάδα;»

Οι Λαζογερμανοί και οι Αλμάντσι

Ένα χρόνο μετά την διακρατική συμφωνία περί αποστολής εργατών μεταξύ Δ. Γερμανίας και Ελλάδας (1960) ακολούθησε η γερμανοτουρκική (1961)Ένα χρόνο μετά την διακρατική συμφωνία περί αποστολής εργατών μεταξύ Δ. Γερμανίας και Ελλάδας (1960) ακολούθησε η γερμανοτουρκική (1961)

Με τον όρο «Λαζογερμανός» χαρακτηρίζονται μέχρι και σήμερα εκείνοι οι έλληνες μετανάστες που έζησαν για πολλά χρόνια στη Γερμανία. Ένας όρος που υπάρχει και στα τουρκικά: Αλμάντσι. Κάποιοι από αυτούς επέστρεψαν στην πατρίδα τους, ενώ πολλοί εξακολουθούν να ζουν στη Γερμανία. Δίγλωσσοι, με δεσμούς και συγγενείς και στις δυο χώρες, οι περισσότεροι από αυτούς ισορροπούν ακόμη και σήμερα ανάμεσα σε δύο ταυτότητες: εκείνη του ξένου μετανάστη για τους Γερμανούς και του γερμανοποιημένου μετανάστη, του Λαζογερμανού ή Αλμάντσι στη χώρα καταγωγής τους.

«Και οι Γερμανοί επωφελήθηκαν από το φτηνό εργατικό δυναμικό που συνέβαλε στο λεγόμενο οικονομικό θαύμα, αλλά και οι συγγενείς τους στην Ελλάδα, στους οποίους έστελναν χρήματα από την Γερμανία. Κι έτσι βολεύτηκαν όλοι πάρα πολύ με αυτό το σύστημα. Αλλά το τίμημα για όλα αυτά το πλήρωσαν σε μεγάλο βαθμό τα παιδιά. Και οι εμπειρίες όλων αυτών των παιδιών είναι κάτι άγνωστο, δεν μιλάει κανείς γι’ αυτές. (…) Γεννήθηκαν σε λάθος μέρος και χρόνο και ένιωθαν μεγαλώνοντας πάντα ως εμπόδιο», λέει η Χάσσε, η οποία στα πλαίσια του πρότζεκτ έκανε συνεντεύξεις στη Γερμανία και την Ελλάδα.

Μία παράσταση με φόντο την πανδημία

H καλλιτεχνική διευθύντρια του πρότζεκτ, Ελισάβετ ΧάσσεH καλλιτεχνική διευθύντρια του πρότζεκτ, Ελισάβετ Χάσσε

Ο κορωνοϊός και τα μέτρα ασφαλείας έφεραν βέβαια αλλαγές και στη θεατρική παράσταση, μιας που με την τήρηση των αποστάσεων οι παρευρισκόμενοι στο τραπέζι έπρεπε να μειωθούν. Έτσι, αποφασίστηκε ότι θα παραμείνουν τρεις Έλληνες και τρεις Τούρκοι από την αρχική ομάδα. «Οι Έλληνες και Τούρκοι κόλλησαν πολύ μεταξύ τους, και λόγω των κοινών τραγουδιών που λένε μαζί σε δυο γλώσσες, αλλά και πολιτισμικά, και κατέληξα ότι και με την επικαιρότητα και τα ελληνοτουρκικά μπορούμε να δείξουμε προς τα έξω ότι εμείς ως καλλιτέχνες τα πάμε πολύ καλά μεταξύ μας», σημειώνει η Χάσσε.

Το πρότζεκτ, του οποίου την υλοποίηση στηρίζει ο Δήμος Κολωνίας, έπρεπε αναγκαστικά λόγω του μερικού λοκντάουν στην Γερμανία να σταματήσει προσωρινά. Για τον λόγο αυτό έχει ήδη ανακοινωθεί μία προβολή της παράστασης online τον Νοέμβριο και μετά την λήξη των μέτρων θα συνεχιστούν και οι παραστάσεις.

Περισσότερες πληροφορίες: http://elissavethasse.de/projekte/

Χρύσα Βαχτσεβάνου