Χιλιάδες πιστοί προσέρχονται κάθε χρόνο στον Ιερό Ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου στη Θάσο, στο χωριό Παναγία, μέσα σε κλίμα κατάνυξης και ευλάβειας. Στο βορειοανατολικό μέρος του νησιού της Θάσου βρίσκεται το χωριό Παναγία, μόλις 10 χιλιόμετρα από τη πόλη της Θάσου. Ο οικισμός αποτελεί έναν από τους πιο παραδοσιακούς του νησιού με έντονη θρησκευτική δραστηριότητα, καθώς διαθέτει 11 εξωκλήσια. Υπήρξε πρωτεύουσα του νησιού μετά το 1821 ενώ ο οικισμός πήρε την τωρινή του ονομασία το 1832 προς τιμή της εκκλησίας του χωριού. Κάθε 15Αυγουστο, οι κάτοικοι διοργανώνουν μεγάλη γιορτή για τη “Μέρα της Κοιμήσεως”, όπως την αποκαλούν, και κόσμος κατακλύζει τόσο την εκκλησία όσο και τους δρόμους του χωριού.

Η ιστορία αυτού του ναού είναι άμεσα συνδεδεμένη με την ιστορία του χωριού, με κάποια όμως κενά κυρίως στα χρόνια μετά την Άλωση και ως τα τέλη του 17ου αιώνα. Δυστυχώς, η ακριβής ημερομηνία που χτίστηκε η εκκλησία δεν είναι γνωστή. Αν κρίνουμε όμως από το γεγονός ότι το χωριό πήρε το όνομα του από την εκκλησία, τότε θα πρέπει να είναι προγενέστερη του 1821, που κηρύχθηκε η Επανάσταση. Η εκκλησία, σύμφωνα με την παράδοση, εγκαινιάστηκε από τον μητροπολίτη Άνθιμο. Τον 18ο αιώνα, οι κάτοικοι της αρχαίας πόλης της Θάσου (σημερινός Λιμένας) αναγκάστηκαν, λόγω πειρατικών επιδρομών, να φύγουν προς το εσωτερικό του νησιού και να εγκατασταθούν στην Παναγία, ενώ οι υπόλοιποι κάτοικοι έφτασαν στην Παναγία το 1770, όταν φάνηκε εκεί ο ρώσικος στόλος. Έτσι λοιπόν αυξήθηκε σημαντικά ο πληθυσμός του χωριού και δημιουργήθηκε η ανάγκη για μεγαλύτερη εκκλησία. Οι εργασίες άρχισαν το 1831, υπό την επίβλεψη και την εργασία καστοριανών μαστόρων, οι οποίοι γνώριζαν άριστα την εκκλησιαστική αρχιτεκτονική. Χρήματα για το ξεκίνημα των εργασιών έδωσαν οι προύχοντες Σωτήριος Αυγουστής, Αυγερινός και Χατζής Κωνσταντίνος, του οποίου υπάρχει επιτύμβια πλάκα στον περίβολο της εκκλησίας. Επειδή όμως τα χρήματα αυτά δεν έφταναν για την αποπεράτωση του επιβλητικού ναού, ζητήθηκε βοήθεια από το Άγιο Όρος.

Η μονή που βοήθησε ήταν η μονή Βατοπεδίου, που ήταν και η πιο εύρωστη οικονομικά. Το 1881, ολοκληρώθηκε και το νέο ξυλόγλυπτο τέμπλο του ναού, που φιλοτεχνήθηκε από Βολιώτες τεχνίτες. Οι καστοριανοί τεχνίτες, έδωσαν στην εκκλησία πολλά χαρακτηριστικά των βυζαντινών εκκλησιών της Καστοριάς. Ο τρούλος είναι υπερυψωμένος και οκταγωνικός. Η κόγχη του Αγίου Βήματος είναι επίσης οκταγωνικό ημικύκλιο. Το μήκος της φτάνει τα 27,50 μέτρα, το πλάτος της 18,60 ενώ το ύψος της είναι 18 μέτρα. Στο ναό φιλοξενούνται η εικόνα της Παναγίας της Παντοβλέπουσας, παλιά νομίσματα της Παναγίας (μπακίρες), αλλά και το ασπροκόκκινο λάβαρο της εποχής των Σταυροφόρων του Ριχάρδου του Λεοντόκαρδου.

Εκτός από θρησκευτικής άποψης, ο οικισμός διαθέτει πολλά μέρη άξια επίσκεψης. Πηγές με καθαρό και κρύο νερό κατεβαίνουν από το βουνό και διασχίζουν τον οικισμό μέσω καναλιών, θέαμα που κόβει την ανάσα. Το σκηνικό ολοκληρώνεται με την παραδοσιακή αρχιτεκτονική των κτηρίων – διαφορετικό σε σχέση με τις άλλες περιοχές του νησιού – και με τους λιθόστρωτα, στενά δρομάκια. Στην Παναγιά βρίσκεται μια από τις πιο γνωστές παραλίες του νησιού, η Χρυσή Αμμουδιά, με χρυσή και λεπτή άμμο για να απολαύσει και ο πιο απαιτητικός λουόμενος τα καλοκαιρινά του μπάνια.