Πως οι πολυεθνικές παρακάμπτουν τους μεσάζοντες

Της Αλεξάνδρας Γκίτση

Με την υπηρεσία On Demand, ο τηλεθεατής έχει τη δυνατότητα να παρακολουθήσει όποια στιγμή θέλει την αγαπημένη του ταινία ή σειρά. Πλέον αυτή την υπηρεσία, όχι την τηλεοπτική, θα την προσφέρει στους πελάτες – καταναλωτές της και η Coca-Cola European Partners (CCEP). Για να το κάνει πράξει αυτό η CCEP επένδυσε σε δύο καινοτόμες επιχειρήσεις για να διερευνήσει τον τρόπο με τον οποίο οι τεχνολογίες μπορούν να μεταμορφώσουν την εμπειρία των πελατών της. 

Στην Kol, μια καινοτόμα υπηρεσία από το Παρίσι που παραδίδει τις παραγγελίες στις πόρτες των πελατών σε 30 λεπτά, η CCEP Ventures απέκτησε το 25%. Η TeleRetail, η άλλη start up στην οποία η CCEP Ventures απέκτησε το 15%, έχει αναπτύξει -με την υποστήριξη της Ευρωπαϊκής Διαστημικής Υπηρεσίας– το ρομπότ “Aito”, το οποίο χρησιμοποιεί δορυφορικές εικόνες αιχμής για την γρήγορη και ασφαλή παράδοση προϊόντων. 

Η περίπτωση της CCEP Ventures δεν είναι η μοναδική. Στην Ιαπωνία η Kirin Brewery Co. με την υπηρεσία Home Tap δίνει τη δυνατότητα στους Ιάπωνες καταναλωτές της να αγοράσουν 4 λίτρα φρέσκιας μπύρας. Η παράδοση στο σπίτι γίνεται απ’ ευθείας από το εργοστάσιο. Μέσω αυτής της κίνησης, η Kirin Brewery Co., όπως αναφέρεται σε πρόσφατο δημοσίευμα της The Japan Times News, επιχειρεί να προσεγγίσει τους καταναλωτές που επιθυμούν να πληρώσουν περισσότερα για ένα προϊόν υψηλότερης ποιότητας. Στο ίδιο μήκος κύματος και η ιαπωνική εταιρεία καλλυντικών Shiseido Co. η οποία δίνει τη δυνατότητα στις καταναλώτριες της που έχουν συνδρομή να αγοράσουν ενυδατικές κρέμες χωρίς να χρειαστεί να πάνε στο κατάστημα.

Στην Ιαπωνία, σύμφωνα με το Yano Research Institute, η συγκεκριμένη μορφή πώλησης μέσω συνδρομών, που καλύπτει συνολικά οκτώ κλάδους μεταξύ των οποίων της μόδας, των εστιατορίων, της ψυχαγωγίας και των προϊόντων ευρείας διανομής. ανήλθε πέρυσι στα 562,74 δισ. γιέν (5,18 δισ. δολάρια) και αναμένεται να ξεπεράσει μέχρι το 2023 τα 862,35 δις. γιέν.

Στον Δυτικό κόσμο πολυεθνικές όπως οι: Procter & Gamble (P&G), Nestle και Unilever, έχουν δημιουργήσει αντίστοιχες διαδικτυακές συνδρομητικές υπηρεσίες προκειμένου να φθάσουν πιο κοντά στους καταναλωτές τους, σε μια προσπάθεια να έχουν σταθερή ροή εσόδων και μειωμένο κόστος διάθεσης. Η απευθείας πώληση δίνει τη δυνατότητα στους παραγωγούς να παρακάμπτουν τους λιανεμπόρους – μεσάζοντες, να αυξάνουν την κερδοφορία και να ελέγχουν καλύτερα την προώθηση, την τιμολόγηση και την εμπορία, αναφέρεται σε σχετικές μελέτες όπως αυτή της McKinsey.

Μια από τις πιο επιτυχημένες συνδρομητικές υπηρεσίες για την αγορά του καφέ και των μηχανών Nespresso τη διαθέτει η Nestle. Η Unilever πέρυσι εμπλούτισε το συνδρομητικό πρόγραμμα προϊόντων ξυρίσματος Dollar Shave Club, προσθέτοντας σε αυτό οδοντόκρεμες, κολόνιες κ.ά. Ενώ η P&G, η μεγαλύτερη στον κλάδο περιποίησης, επέκτεινε το πρόγραμμά της για τις ξυριστικές μηχανές. Βέβαια δεν είναι όλα ρόδινα. Υπάρχουν και αποτυχίες. Σύμφωνα με ξένα δημοσιεύματα η Mondelez International ανέστειλε το συνδρομητικό πρόγραμμα των μπισκότων Oreo.

Η αποτυχία σύμφωνα με τη McKinsey αποτελεί τη μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίζουν σήμερα οι εταιρείες ηλεκτρονικού εμπορίου συνδρομών. Όπως διαπιστώνει η έρευνα το 40% των Αμερικανών συνδρομητών ηλεκτρονικού εμπορίου έχουν ακυρώσει τις συνδρομές τους.

Σήμερα, στις ΗΠΑ σύμφωνα με την έρευνα της McKinsey το 15% των online καταναλωτών διαθέτουν μία ή περισσότερες συνδρομές για να λαμβάνουν προϊόντα σε σταθερή βάση. Οι υπηρεσίες ηλεκτρονικού εμπορίου συνδρομής προσφέρουν στους καταναλωτές αυτούς ένα βολικό, εξατομικευμένο και, συχνά, οικονομικότερο τρόπο να αγοράσουν αυτό που θέλουν και χρειάζονται, διαπιστώνει η έρευνα.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ