Του Αντώνης Βασιλείου*

Αντιστράτηγος (ε.α.)

Αν και πολύ μελάνη έχει χυθεί για το θέμα των παραλόγων και επαναλαμβανομένων αξιώσεων εκ μέρους του πολιτικού και στρατιωτικού κατεστημένου της Τουρκίας,για την αποστρατικοποίηση των Ελληνικών νησιών από τη Θάσο μέχρι το σύμπλεγμα του Καστελορίζου, θα προσπαθήσω εν συντομία να παραθέσω μερικά ακράδαντα στοιχεία τα οποία αποδεικνύουν το άτοπο και το παράλογο των εν λόγω αξιώσεων.

Το καθεστώς των ελληνικών νησιών του Ανατολικού Αιγαίου διέπεται από τρείς διεθνείς συνθήκες:

• Λήμνος και Σαμοθράκη :Από τη Συνθήκη της Λωζάνης του 1923 στην πρόβλεψη για τα στενά του Βοσπόρου, η οποία αντικαταστάθηκε από τη Σύμβαση του Montreux του 1936.
• Μυτιλήνη, Χίος, Σάμος και Ικαρία :Από τη Συνθήκη της Λωζάνης του 1923 και
• Τα ΔωδεκάνησαΑπό τη Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων του 1947.

Λήμνος και Σαμοθράκη


Η αποστρατικοποίηση των ελληνικών νησιών Λήμνου και Σαμοθράκης, μαζί με την αποστρατικοποίηση των Δαρδανελίων, της Θάλασσας του Μαρμαρά και του Βοσπόρου, καθώς επίσης και των υπό τουρκική κατοχή νησιών Ίμβρου, Τενέδου και Λαγουσών, προβλεπόταν από τη Συνθήκη της Λωζάνης για τα Στενά του 1923, η οποία αντικαταστάθηκε από τη Σύμβαση του Montreux του 1936.
Το δικαίωμα της Ελλάδας να εξοπλίσει τη Λήμνο και τη Σαμοθράκη αναγνωρίσθηκε από την Τουρκία, σύμφωνα και με την επιστολή που απηύθυνε στον Έλληνα Πρωθυπουργό στις 6 Μαΐου 1936 ο τότε Τούρκος Πρέσβης στην Αθήνα RoussenEsref, κατόπιν οδηγιών της Κυβέρνησής του. Η Τουρκική Κυβέρνηση επανέλαβε αυτή τη θέση, όταν ο τότε ΥΠΕΞ της Τουρκίας, RustuAras, απευθυνόμενος προς την Τουρκική Εθνοσυνέλευση με την ευκαιρία της κύρωσης της Συμβάσεως του Montreux, αναγνώρισε ανεπιφύλακτα το νόμιμο δικαίωμα της Ελλάδας να εγκαταστήσει στρατεύματα στη Λήμνο και τη Σαμοθράκη, με τις εξής δηλώσεις του: “Οι διατάξεις που αφορούν τις νήσους Λήμνο και Σαμοθράκη, οι οποίες ανήκουν στη γειτονική μας και φιλική χώρα Ελλάδα και είχαν αποστρατικοποιηθεί κατ’ εφαρμογήν της Συνθήκη της Λωζάνης του 1923, επίσης καταργήθηκαν με τη νέα Σύμβαση του Montreux και αυτό μας ευχαριστεί ιδιαίτερα”. Παρόμοιες διαβεβαιώσεις δόθηκαν αρμοδίως, κατά την ίδια περίοδο, εκ μέρους της Τουρκίας προς τις Κυβερνήσεις τρίτων ενδιαφερομένων χωρών.

Λέσβος, Χίος, Σάμος και Ικαρία


Για τα νησιά αυτά, πουθενά στη Συνθήκη της Λωζάνης δεν προβλέπεται ότι θα τελούν υπό καθεστώς αποστρατικοποιήσεως.Ειδικότερα, το Άρθρο 13 της Συνθήκης προβλέπει τα εξής:”Προς εξασφάλισιν της ειρήνης, η Ελληνική Κυβέρνησις υποχρεούται να τηρή εν ταις νήσοις Μυτιλήνη, Χίω, Σάμω και Ικαρία τα ακόλουθα μέτρα:
• Αι ειρημέναι νήσοι δεν θα χρησιμοποιηθώσιν εις εγκατάστασιν ναυτικής βάσεως ή εις ανέργερσιν οχυρωματικού τινος έργου.
• Θα απαγορευθεί εις την Ελληνικήν στρατιωτικήν αεροπλοΐαν να υπερίπταται του εδάφους της ακτής της Ανατολίας. Αντιστοίχως, η Οθωμανική Κυβέρνησις, θα απαγορεύση εις την στρατιωτικήν αεροπλοΐαν αυτής να υπερίπταται των ρηθεισών νήσων.
• Αι ελληνικαί στρατιωτικαί δυνάμεις εν ταις ειρημέναις νήσοις θα περιορισθώσι εις τον συνήθη αριθμόν των δια την στρατιωτικήν υπηρεσίαν καλουμένων, οίτινες δύνανται να εκγυμνάζωνται επί τόπου, ως και εις δύναμιν χωροφυλακής και αστυνομίας ανάλογον προς την εφ΄ ολοκλήρου του ελληνικού εδάφους υπάρχουσαν τοιαύτην”.
Η Ελλάδα μέχρι σήμερα εφαρμόζει με συνέπεια τις παραπάνω διατάξεις, σε αντίθεση με την Τουρκία της οποίας τα πολεμικά αεροσκάφη υπερίπτανται καθημερινά του ελληνικού εναερίου χώρου των εν λόγω ελληνικών νησιών.

Δωδεκάνησα.


Τα Δωδεκάνησα (Αστυπάλαια, Ρόδος, Χάλκη, Κάρπαθος, Κάσος, Τήλος, Νίσυρος, Κάλυμνος, Λέρος, Πάτμος, Λειψοί, Σύμη, Κως και Καστελόριζο, καθώς και οι παρακείμενες σε αυτές νησίδες)παραχωρήθηκαν στην Ελλάδα “κατά πλήρη κυριαρχία” από τη Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων του 1947 μεταξύ Ιταλίας και Συμμάχων.
Στην παράγραφο 2 του άρθρου 14,της εν λόγω Συνθήκης προβλέπεται η αποστρατικοποίηση των νησιών αυτών: “Αι ανωτέρω νήσοι θα αποστρατιωτικοποιηθώσι και θα παραμείνωσιν αποστρατιωτικοποιημέναι”. Η πρόβλεψη αυτή έγινε μετά από επίμονη παρέμβαση της Σοβιετικής Ένωσης και απηχεί τις πολιτικές σκοπιμότητες της Μόσχας εκείνης της χρονικήςπεριόδου.
Σύμφωνα με το άρθρο 34 της Συνθήκης της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών: «ForStateswhohavenotexpressedtheirconsenttobeboundbyitsterms, atreatyconstitutesresinteraliosacta(athingdonebetweenothersdoesnotharmorbenefitothers)», και σε μετάφραση «μια συνθήκη που συμφωνήθηκε από άλλους, δεν δημιουργεί υποχρεώσεις ή δικαιώματα για τρίτες χώρες εκτός των συμβαλλομένων». Η Τουρκία δεν αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος τη Συνθήκης αυτής και ως εκ τούτου “δεν δικαιούται να ομιλεί”.

Πέραν αυτών που προβλέπουν οι διεθνείς συνθήκες Λωζάνης, Μοντρέ και Παρισίων για τα εν λόγω Ελληνικά νησιά, βασική αρχή και κορωνίδα όλων είναι το άρθρο 51 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, το οποίο αναφέρεται στις δράσεις σε σχέση με τις απειλές για την ειρήνη, τις παραβιάσεις της ειρήνης και τις πράξεις επιθετικότητας :

“Nothing in the present Charter shall impair the inherent right of individual or collective self-defense if an armed attack occurs against a Member of the United Nations, until the Security Council has taken measures necessary to maintain international peace and security…».

«Τίποτα στον παρόντα Χάρτη δεν θίγει το εγγενές δικαίωμα ατομικής ή συλλογικής αυτοάμυνας σε περίπτωση ένοπλης επίθεσης εναντίον Μέλους των Ηνωμένων Εθνών, μέχρις ότου το Συμβούλιο Ασφαλείας λάβει τα απαραίτητα μέτρα για τη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας…»

Η Ελλάδα δεν είναι δυνατόν να παραιτηθεί για κανένα λόγο από αυτό το φυσικό και νόμιμο δικαίωμα της για άμυνα σε περίπτωση απειλής στρεφομένης κατά των νησιών της, τη στιγμή που η Τουρκία έχει ήδη απειλήσει την Ελλάδα με CasusBelli, έχει διατάξει επιθετικά τις δυνάμεις της 4ης Στρατιάς στην απέναντι παράκτια περιοχή, προβαίνει τακτικά σε αποβατικές ασκήσεις κατάληψης νήσου, έχει συγκεντρωμένα αποβατικά μέσα σε περιοχές έναντι των νησιών μας, και τέλος παραβιάζει καθημερινά τον εναέριο χώρο στην περιοχή με οπλισμένα αεροσκάφη.

Σε σχέση με την ασφάλεια των νησιών μας και σε ότι αφορά στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, Η Ελλάδα με μονομερή της δήλωση που υπέβαλε το 1994, έχει αποδεχτεί μεν την υποχρεωτική δικαιοδοσία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, έναντι κάθε άλλου κράτους, αλλάμε εξαίρεση τις διαφορές που έχουν να κάνουν με τη λήψη από την Ελλάδα στρατιωτικών μέτρων αμυντικού χαρακτήρα για λόγους εθνικής αμύνης. Το 2015 η Ελλάδα κατέθεσε νέα συμπληρωματική δήλωση,με την οποία επανέλαβε ότι αναγνωρίζει ως υποχρεωτική τη δικαιοδοσία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, εξαιρώντας όμως από την αρμοδιότητα του τα ακόλουθα τρία θέματα:

• Διαφορές για μέτρα προστασίας της κυριαρχίας και εδαφικής ακεραιότητας από πλευράς εθνικής άμυνας.
• Διαφορές για τα κρατικά όρια ή την κυριαρχία επί του εδάφους της Ελληνικής Δημοκρατίας, περιλαμβανομένης κάθε διαφοράς επί του εύρους και των ορίων των χωρικών υδάτων και του εναερίου χώρου αυτής.
• Περιπτώσεις όπου το άλλο διάδικο μέρος αποδέχθηκε την υποχρεωτική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου μόνο για μία διαφορά ή σε χρόνο μικρότερο των δώδεκα μηνών από την κατάθεση της προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου.

Οι συγκεκριμένες τρεις εξαιρέσεις ορίζουν και την ελληνική στάση έναντι της Χάγης. Δεν συζητούμε την αποστρατιωτικοποίηση των νησιών, τις αμφισβητήσεις της ελληνικής κυριαρχίας σε μικρά νησιά του Αιγαίου και το εύρος χωρικών υδάτων και εναερίου χώρου.
Σημειωτέον ότι η Τουρκία δεν έχει αποδεχτεί τη δικαιοδοσία του Διεθνούς Δικαστηρίουτης Χάγης και ως εκ τούτου δεν υπάρχει διεθνής σύμβαση που να θεμελιώνει δικαιοδοτικό σύνδεσμο μεταξύ των δύο κρατών. Η μόνη περίπτωση για να βρεθούμε στη Χάγη είναι πρώτα να καταθέσει η Τουρκία δήλωση αποδοχής του Δ.Δ. της Χάγης και να συντάξει συνυποσχετικό με την Ελλάδα για το θέμα προσφυγής, το οποίο από πλευράς μας είναι ένα και μοναδικό. Η οριοθέτηση της ΑΟΖ.

Ας κλείσουμε λοιπόν τα αυτιά μας στις σειρήνες που μιλούν περί αποστρατικοποίησης των νησιώνμας, περί δήθεν γκρίζωνζωνών και λοιπών προπαγανδιστικών ανοησιών της τουρκίας, τις οποίες με περισσή προθυμία προωθούν κάποια από τα ελληνικά ΜΜΕ και SocialMedia, στοχεύοντας στο ηθικό του λαού μας.

 

*Ο Αντώνης Βασιλείου είναι Αντιστράτηγος (εα), Διπλωματούχος Πολιτικός Μηχανικός, MSc Επιχειρησιακός Ερευνητής, τ. Σύμβουλος ΟΑΣΕ επί Συμβατικών Εξοπλισμών και τ. Μελετητής των Συστημάτων Διοικήσεως και Ελέγχου Πληροφοριών του ΝΑΤΟ.