*Του Μ. Γ. ΒΑΡΒΟΥΝΗ – Καθηγητή Λαογραφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης – Άρχων Προστάτης των Γραμμάτων της Α.Μ.τ.Χ.Ε. 
Ανήμερα της μεγάλης δεσποτικής εορτής των Θεοφανείων, παρακολούθησα την θεία λειτουργία από τον πάνσεπτο πατριαρχικό ναό του αγίου Γεωργίου του τροπαιοφόρου, στο Φανάρι. Έναν ναό που έχει συνδεθεί πνευματικά και ιστορικά με τις πιο μεγάλες στιγμές του Γένους, αιώνες τώρα, και στον οποίο συνεχίζει να χτυπά η καρδιά της Οικουμενικής Ορθοδοξίας.
Λειτούργησε η Σεπτή Κορυφή του Γένους, η ΑΘΠ ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος, και συλλειτούγησαν, εκ των ιεραρχών του Θρόνου, οι Σεβασμιώτατοι Μητροπολίτες Φιλαδελφίας κ. Μελίτων. Μύρων κ. Χρυσόστομος, Καλλιουπόλεως και Μαδύτου κ. Στέφανος και Κυδωνιών κ. Αθηναγόρας καθώς και ο Σεβασμιώτατος Αρχιεπίσκοπος Ανθηδώνος κ. Νεκτάριος, εκ του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων.
Δεν ήταν βέβαια η πρώτη φορά που παρακολούθησα ιερές ακολουθίες και θείες λειτουργίες μεγάλων εορτών στον ή από τον – ελέω πανδημίας τον τελευταίο χρόνο – πατριαρχικό ναό. Κάθε φορά όμως είναι μια νέα εμπειρία κατάνυξης και γνήσιου ορθόδοξου λειτουργικού ήθους.
Κάθε φορά ο προσκυνητής αναβαπτίζεται στο πνεύμα της ορθόδοξης λειτουργικής ζωής, κι έτσι απαλύνεται η εκζήτηση της δια ζώσης συμμετοχής στο μυστήριο των μυστηρίων, που κωλύεται μεν από εξωτερικούς παράγοντες, δεν ακυρώνεται όμως καθώς «οἱ ἀληθινοί προσκυνηταί προσκυνήσουσι τῷ πατρί ἐν πνεύματι καί ἀληθεία· καί γάρ ὁ πατήρ τοιούτους ζητεῖ τούς προσκυνοῦντας αὐτόν. Πνεῦμα ὁ Θεός, καί τούς προσκυνοῦντας αὐτόν ἐν πνεύματι καί ἀληθεία δεῖ προσκυνεῖν».
Εντύπωση πράγματι προκάλεσε στους προσκυνητές η αρμονία των πατριαρχικών χορών: ούτε φωνασκίες, ούτε άσκοπα τερερίσματα, ούτε και διάθεση ο κάθε προικισμένος στη φωνή ιεροψάλτης να δημιουργήσει «δική του σχολή». Οι πατριαρχικοί χοροί ακολουθούν την παράδοση της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, υποτάσσοντας τα τάλαντά τους στην διακονία της θείας λατρείας, υπενθυμίζοντας σε όλους ότι τόσο η εκκλησιαστική μουσική, όσο και οι υπόλοιπες εκκλησιαστικές τέχνες δεν είναι παρά θεραπαινίδες της λατρείας, η οποία αποτελεί τον κύριο σκοπό, το μείζον της λειτουργικής συνάξεως.
Το ίδιο και οι λειτουργοί κληρικοί: απουσίαζαν πλήρως οι νευρωτικές υπερκινητικότητες και η ακοσμία των εκκοσμικεύσεων στον βωμό της προσπάθειας να προκληθούν ψευδαισθήσεις επίπλαστου μεγαλείου.
Ευταξία και ευρυθμία, λειτουργικό ήθος και σοβαρότητα, ιεροπρέπεια στις κινήσεις και στην λειτουργική πράξη, μακριά από τις εμμονικές αναφορές σε δήθεν «βυζαντινές μεγαλοπρέπειες».
Διότι αυτός που όντως είναι, δεν χρειάζεται να προσποιείται. Κι έτσι η ορθόδοξη πνευματικότητα και το ανάλογο λειτουργικό ήθος στον πατριαρχικό ναό εμπεριέχει όλη την μεγαλοπρέπεια της ορθόδοξης λατρείας, χωρίς να χρειάζεται ούτε να το διατυμπανίζει, αλλά και ούτε να προσποιείται ότι το κατέχει.
Είναι βέβαιο ότι η τάξη αυτή αντανακλάται και στους πιστούς, που γαληνεύουν και κατανύσσονται, κι έτσι βιώνουν το μυστήριο με όλη τη δύναμη της ψυχής τους. Αυτή την μοναδική πνευματική ατμόσφαιρα δεν μπορεί κανείς εύκολα να βρει, την βιώνει όμως στον πατριαρχικό ναό, είτε παρακολουθεί έναν ταπεινό εσπερινό, είτε μετέχει σε επίσημη πατριαρχική και συνοδική θεία λειτουργία.
Δεν είναι λοιπόν παράξενο που το λειτουργικό ήθος και η λειτουργική πράξη του Οικουμενικού Θρόνου υπήρξαν ανά τους αιώνες οι αψευδείς φύλακες της γνήσιας ορθόδοξης παράδοσης και δημιούργησαν ένα ανυπέρβλητο πρότυπο προς μίμηση για τις όπου γης Ορθόδοξες Εκκλησίες.
Στην ώρα του κατά το τυπικό, στο τέλος του όρθρου και πριν την έναρξη της θείας λειτουργίας, με την ίδια ευκοσμία και ευταξία και ο Μέγας Αγιασμός των υδάτων, από τα πάνσεπτα χέρια της ΑΘΠ του Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου.
Με το πρόσωπο προς το ιερό βήμα, χωρίς μάταιους νεωτερισμούς και επίπλαστες θεατρικές κινήσεις και πρακτικές, χωρίς μετακινήσεις και μεταθέσεις «προς το θεαθήναι τοις ανθρώποις».
Με βαθιά συναίσθηση της ιερότητας της ακολουθίας, και της μετάδοσης του δια του Αγίου Πνεύματος αγιασμού στους ανθρώπους και την φύση, στην κτίση ολόκληρη.
Τι κι αν απουσιάζουν οι όποιες κρατικές αρχές και εξουσίες;
Παρών είναι ο Κύριος και Δεσπότης μας Ιησούς Χριστός, και στην δική Του αόρατη αλλά δια της λειτουργικής πράξεως αισθητή παρουσία θεμελιώνεται η επισημότητα της στιγμής και της ώρας.
Επισημότητα που δεν στηρίζεται στους συμφυρμούς με το δημόσιο τελετουργικό, στα αγήματα και στις φιλαρμονικές, στα εμβατήρια και στις δημόσιες σχέσεις με πολιτικούς και άλλους «επισήμους», αλλά στην οριακότητα και ιερότητα της στιγμής και της περίστασης. Στην συναίσθηση της φανέρωσης της Αγίας Τριάδος, του αγιασμού και της λύτρωσης του ανθρώπου που η φανέρωση αυτή έφερε στην ανθρώπινη ιστορία.
Πάνω απ’ όλα όμως, είναι η μοναδική αίσθηση και βίωση της ειρηνεύσεως του πνεύματος και της καταλλαγής της καρδιάς που η πατριαρχική θεία λειτουργία των Θεοφανείων γέννησε σε όσους είχαμε την τύχη και την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε.
Η συναίσθηση ότι πέρα από λαούς και έθιμα, πέρα από συνήθειες και τόπους, με κέντρο τον πατριαρχικό ναό απλώνεται μια πνευματική σαγήνη, που περιλαμβάνει όλους τους λαούς του κόσμου, πέρα από γλώσσες, χρώμα δέρματος, ιστορικές παραδόσεις και εθιμικές συνήθειες. Με άλλα λόγια, η συναίσθηση και η βίωση της οικουμενικότητας της Ορθοδοξίας.
Κι αυτήν, μόνο στο Φανάρι μπορεί κανείς ολοκληρωτικά να αισθανθεί και να βιώσει.
Και είναι αυτή η αίσθηση που οδήγησε στη συναίσθηση ότι αρκεί που ο σταυρός και η επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος αγίασαν και μία μόνο ρανίδα ύδατος στο Φανάρι, για να μεταδοθεί η ευλογία και ο αγιασμός σε όλη την φύση.
Ότι δεν υπάρχουν «νερά της πατρίδας μας», επειδή τα νερά συγκοινωνούν σε όλο τον κόσμο μεταδίδοντας τον αγιασμό, αλλά και επειδή η ουσιαστική πνευματική πατρίδα μας, στην ορθόδοξη έννοιά της, δεν έχει σύνορα και όρια, επεκτείνεται μέσα στην ανέσπερη χάρη του Κυρίου όπου υπάρχουν ανοικτές πιστές καρδιές και γόνιμες στη σπορά του ευαγγελικού λόγου συνειδήσεις. Και δόξα τω Θεώ, δεν θα στερηθούμε και φέτος τον αγιασμό Του, μέσα στην ανείκαστη φιλανθρωπία και το απέραντο έλεός Του.
Ίσως γι’ αυτό, παρακολουθώντας από την τηλεόραση την πατριαρχική θεία λειτουργία των Θεοφανείων, νιώσαμε όπως καμιά άλλη χρονιά την σημασία της υμνογραφικής διακήρυξης «Σήμερον των υδάτων αγιάζεται η φύσις».
Γιατί βαθιά μέσα στην ψυχή μας κυριάρχησε η σκέψη ότι αφού η Σεπτή Κορυφή του Γένους μας, ο Οικουμενικός Πατριάρχης αγίασε τα ύδατα στο Φανάρι, αυτά αγιάστηκαν παντού, ακόμη και εκεί που κυριαρχούν η βία, ο καταναγκασμός, τα απαράδεκτα ψευδοηθικά διλήμματα, οι συγκρουσιακές ακρότητες των πολιτικών και κάθε είδους πνευματικών εξουσιών.
Και επικράτησε η βεβαιότητα ότι «ο επιφανείς Θεός» ενηνθρώπισε για όλους μας, όσο κι αν ομάδες και κάστες, δυο χιλιάδες χρόνια τώρα, προσπαθούν να τον κλείσουν σε εθνικά και ανθρώπινα όρια, σε «πατρίδες» και «τόπους», σε εθιμοταξίες και δήθεν εθνικά συμφέροντα.
Από κάθε άποψη λοιπόν η πατριαρχική θεία λειτουργία των Θεοφανείων από τον πάνσεπτο πατριαρχικό ναό του αγίου Γεωργίου, στο Φανάρι, υπήρξε για όσους είχαν το πνευματικό προνόμιο να την παρακολουθήσουν υπόδειγμα πραγματικό όχι μόνο λειτουργικού και εκκλησιαστικού ήθους, αλλά και ορθόδοξης πνευματικής ζωής.
Μας έδειξε πώς η Ορθοδοξία μπορεί να καλλιεργήσει την εν Χριστώ αδελφότητα μεταξύ των λαών, και βέβαια απέδειξε, για όσους μπορούν να σκεφθούν πέρα από ίδια συμφέροντα και ιδεολογήματα, πόσο ορθές για την Εκκλησία υπήρξαν οι αποφάσεις του Οικουμενικού Θρόνου για ζητήματα όπως η χορήγηση της αυτοκεφαλίας στην Εκκλησία της Ουκρανίας, μέσα σε αυτό ακριβώς το πνεύμα.
Μια απόφαση που πολεμήθηκε από κάθε είδους «εθνικές», πολιτικές και οικονομικές ακόμη προκαταλήψεις, αλλά που στην πραγματικότητα απέδειξε την όντως οικουμενική διάσταση και λειτουργικότητα του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως.
Και είναι ευτυχέστατη η επιλογή της επισημοποίησης της αυτοκεφαλίας αυτής στα πλαίσια του εορτασμού του οικουμενικού αγιασμού της φύσης δια της οικουμενικής επίσης φανερώσεως του Τριαδικού Θεού μας, κατά την εορτή των Θεοφανείων του 2019.
Η φετινή εορτή των Θεοφανείων από το Φανάρι μας στήριξε, μας κατάρτισε, μας νουθέτησε, πέρα από συγκρουσιακούς δικαιωματισμούς και άλλα παιχνίδια εξουσίας. Ας είναι το όνομα του Κυρίου ευλογημένο και ο Πατριάρχης μας πολύχρονος και θεοστήρικτος στο σωτήριο έργο του, μαζί με τα μέλη της σεπτής ιεραρχίας του Οικουμενικού Θρόνου και της Πατριαρχικής Αυλής.