*Του Εμμανουήλ Ζαχαριουδάκη, Πολιτικού Επιστήμονα
Σήμερα είναι η μέρα που ξεκινούν επίσημα πια, οι “παγωμένες” εδώ και χρόνια διερευνητικές συνομιλίες μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας στην Κωνσταντινούπολη.
Οι προσδοκίες όμως είναι σχεδόν ανύπαρκτες, μιας και οι δύο χώρες έχουν χαράξει εδώ και καιρό εκ διαμέτρου αντίθετες πορείες σε αυτό που μπορεί κάποιος καλοπροαίρετα να πει διάθεση συμβιβασμού παρά μόνο τακτικισμό για δημόσιες σχέσεις – μέχρι να υπάρξει σοβαρή προσπάθεια απεμπλοκής από τον διεθνή παράγοντα.
Η Ελλάδα, προφανώς έχοντας κατοχυρώσει τις διεθνείς συνθήκες και τη διεθνή νομολογία με το μέρος της (σε νομικό επίπεδο) και ως εκ τούτου δεν αποδέχεται συζήτηση εκτός του θέματος της υφαλοκρηπίδας και του καταμερισμού της αποκλειστικής οικονομικής ζώνης (λεγόμενη ΑΟΖ), τα οποία αν και αλληλένδετα πρέπει να τεθούν στη συζήτηση είτε τώρα είτε σε αργότερο χρόνο με την άλλη πλευρά (*Τουρκία). Η αναγκαιότητα επίλυσης αυτού του θέματος στην οποιαδήποτε διαδικασία διαπραγμάτευσης σίγουρα θα χρεωνόταν σαν επιτυχία τόσο στην Ελλάδα όσο και στην γειτονική χώρα.
Από την άλλη πλευρά, η Τουρκία του προέδρου Ρετζέπ  Ταγίπ Ερντογάν, έχοντας ως απώτερο στόχο να “εγκλωβίσει” την κυβέρνηση Μητσοτάκη εντός της διαπραγμάτευσης, χωρίς εφικτή προσπάθεια διαφυγής, ώστε να αναλάβει η ίδια το κόστος μιας πιθανής ασυνεννοησίας που θα προκύψει από την ανάγνωση των ζητημάτων.
Λειτουργεί εδώ και καιρό, ως προς τα θέματα που θα θέσει στο τραπέζι του διαλόγου, όπως: α) η αποστρατικοποίηση του Αιγαίου, τη χάραξη της μέσης γραμμής ειδικά για το Αιγαίο, β) το καθεστώς έρευνας και διάσωσης να διαμοιράζεται εξίσου και στις δύο χώρες, γ) θέματα της μουσουλμανικής μειονότητας στη Θράκη ενώ την ίδια στιγμή οι εντάσεις λχ στη Κύπρο μένουν απ’ έξω στο ευρύτερο πλέγμα των ζητημάτων της Αν. Μεσογείου.
Όλα αυτά προδικάζουν την προσφυγή στη δικαιοδοσία του διεθνούς δικαστηρίου της Χάγης, μιας και αυτό ίσως θα αποτελούσε μονόδρομο για την αποφυγή πολιτικών αδιεξόδων τα οποία θα είχαν βαρύτατες πολιτικές συνέπειες κυρίως στην Ελλάδα.
Η Τουρκία του προέδρου Ερντογάν, γνωρίζει πως έχει περιθώρια ελιγμών αλλά την ίδια στιγμή, η αλλαγή σκυτάλης στις Ηνωμένες Πολιτείες, η απροθυμία ίσως των Ευρωπαίων για οικονομικές κυρώσεις, αλλά και η καχυποψία που υπάρχει στη Γαλλική ηγεσία,  δημιουργούν  πολιτικό χρόνο ώστε να υπάρξει κάποιου είδους πολιτικός ελιγμός, με το ιδανικό σενάριο να φαντάζει πως η κάθε πλευρά κρατάει τα κεκτημένα της μεν, αλλά με διάθεση για διαπραγμάτευση σε επόμενο χρόνο δε, χωρίς να χαθεί η πολιτική ρητορεία και να μη φανεί η αποτυχία σε ότι αφορά την γραφειοκρατία των Υπουργείων Εξωτερικών πάντα με απρόβλεπτο παράγοντα τις ενδεχόμενες κυρώσεις αλλά και πολιτικά η κοινωνικά ατυχήματα ελέω των οικονομικών αδιεξόδων εν μέσω Covid19.
Η ελληνική κυβέρνηση αυτή τη στιγμή γνωρίζει τις παγίδες που θα στήσει το Tουρκικό Yπουργείο Eξωτερικών, και για αυτό το λόγο οφείλει να θέσει “κόκκινες γραμμές”, ώστε η διπλωματία να είναι κερδισμένη ενώ παράλληλα η προετοιμασία με εξοπλιστικά προγράμματα να είναι στην παράλληλη σχεδίαση του κράτους, για την εμπέδωση του κλίματος ειρήνης αλλά αμυντικής αποτροπής εν μέσω νευρικών σπασμωδικών κινήσεων που ενδεχόμενα η Άγκυρα θα πράξει κατά τους επόμενους μήνες μέ ή χωρίς συνέχιση των διερευνητικών επαφών.