Ο θάνατος 13 τούρκων που κρατούνταν από ενόπλους του PKK στο Βόρειο Ιράκ από ορισμένες απόψεις αποτελεί μια σημαντική πολιτική δοκιμασία για την τουρκική κυβέρνηση, καθώς μόνο ως αποτυχημένη μπορεί να θεωρηθεί μια επιχείρηση που έχει τέτοια κατάληξη. Δεν είναι τυχαίο ότι αρκετοί μιλούν ότι στο τέλος θα είναι o υπουργός Άμυνας Χουλουσί Ακάρ που θα πληρώσει το κόστος για μια αποτυχημένη επιχείρηση σε ένα χώρο όπου η Άγκυρα είχε μια ανοχή και από την κεντρική κυβέρνηση του Ιράκ και από την τοπική κυβέρνηση του ιρακινού Κουρδιστάν να επιχειρεί κατά του PKK.

Όμως, προσπαθεί να την μετατρέψει σε ευκαιρία για να βγει ακόμη πιο επιθετικά για να διεκδικήσει το δικαίωμά της να κάνει επεμβάσεις εκτός συνόρων και φυσικά να διατηρήσει στρατιωτική παρουσία εκτός συνόρων, εννοώντας το Βόρειο Ιράκ και τη βορειοανατολική Συρία.

Την ίδια στιγμή το ζήτημα αυτό εξακολουθεί να αποτελεί πηγή εντάσεων στις σχέσεις με τη Δύση. Αυτό δεν αφορά μόνο την κατά τη γνώμη του Τούρκου προέδρου σιωπή των δυτικών χωρών σε σχέση με τη δολοφονία των 13 Τούρκων πολιτών – «Δύση, γιατί παραμένεις σιωπηλή;», ήταν η χαρακτηριστική του αποστροφή κατά το συνέδριο του AKP στην Τραπεζούντα. Κυρίως αφορά το ζήτημα της υποστήριξης που κατά τη γνώμη του συνεχίζουν οι ΗΠΑ να προσφέρουν στο PKK.

Σε συνδυασμό με το ζήτημα των ρωσικών πυραύλων S-400 το Κουρδικό παραμένει το βασικό αγκάθι στις σχέσεις ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Τουρκία, παρά την προσπάθεια της τουρκικής κυβέρνησης, ιδίως μετά την αλλαγή κυβέρνησης στην Ουάσινγκτον, να βελτιώσει τις διμερείς σχέσεις.

Η σημασία των εξελίξεων στο Βόρειο Ιράκ

Σε πρώτη φάση φάνηκε ότι στην Άγκυρα υπήρξε ένα κλίμα πολιτικού συναγερμού ύστερα από την πρώτη ανακοίνωση του  που ανέφερε ότι «εάν οι αναφορά για το θάνατο Τούρκων πολιτών στα χέρια του PKK,  μιας οργάνωσης χαρακτηρισμένης ως τρομοκρατικής, επιβεβαιωθούν τότε καταδικάζουμε αυτή την ενέργεια με τους πιο έντονους όρους».

Η διατύπωση της συγκεκριμένης ανακοίνωσης έμοιαζε να αμφισβητεί την επίσημη εκδοχή της τουρκικής κυβέρνησης και να συντονίζεται εν μέρει με τις ανακοινώσεις του PKK που επέρριψε την ευθύνη στην τουρκική πλευρά για το θάνατο των τούρκων κρατουμένων.

Μάλιστα τα λόγια που χρησιμοποίησε στις 15 Φεβρουαρίου ο Ερντογάν ήταν ιδιαίτερα σκληρά. «Είστε μαζί τους και πίσω τους, απλά και καθαρά», επέμεινε, για να συμπληρώσει «εάν είμαστε μαζί στο ΝΑΤΟ και εάν πρέπει να συνεχίσουμε [τη συμμαχία μας] στο ΝΑΤΟ, θα πρέπει να είστε ειλικρινείς μαζί μας». 

Ας μην ξεχνάμε ότι το θέμα αυτό έχει πάρει μεγάλες διαστάσεις στην Τουρκία. Ο ηγέτης των εθνικιστών συμμάχων του Ερντογάν Ντεβλέτ Μπαχτσελί υποστήριξε ότι «τίποτα δεν θα είναι το ίδιο όπως πριν» και ότι «ο καθένας πρέπει να πάρει θέση», ενώ ο Τούρκος υπουργός Εσωτερικών Σουλεϊμάν Σοϊλού ορκίστηκε εκδίκηση στα θύματα. Από την άλλη, ο Ερντογάν δέχεται τα πυρά της αντιπολίτευσης που του καταλογίζει ευθύνη για τους 13 θανάτους.

Όμως, από την άλλη μεριά οι «Δυνάμεις Άμυνας του Λαού» (HPG) όπως ονομάζεται η ένοπλη πτέρυγα του PKK στο Βόρειο Ιράκ επιμένουν ότι για τους θανάτους των Τούρκων κρατουμένων ευθύνεται ο βομβαρδισμός της περιοχής από τουρκικά αεροσκάφη και οι συγκρούσεις με τις τουρκικές δυνάμεις που επιχείρησαν να μπουν, με διάφορους να υποθέτουν ότι στην πραγματικότητα ο θάνατος των Τούρκων κρατουμένων ήταν αποτέλεσμα μιας αποτυχημένης επιχείρησης διάσωσης.

Ωστόσο, στελέχη του φιλοκουρδικού και αριστερού HDP βρέθηκαν στο στόχαστρο της Εισαγγελίας της Άγκυρας, όταν προσπάθησαν να αμφισβητήσουν την κυρίαρχη εκδοχή, με τον Μπαχτσελί να ζητά την απαγόρευση του κόμματος. Ο Ερντογάν δεν θέλει να φτάσει ως εκεί για να μην απομονωθεί από το κουρδικό τμήμα του εκλογικού ακροατηρίου, όμως, θέλει να εκμεταλλευτεί την όλη κατάσταση για να εξασφαλίσει ότι η αντιπολίτευση δεν θα συνεργαστεί με το HDP.

Ούτως ή άλλως το πρόβλημα της Τουρκίας είναι πιο συνολικό. Παρότι με τις άλλες παρατάξεις στο Ιρακινό Κουρδιστάν υπάρχει ένας βαθμός ισορροπίας, οι βάσεις του PKK στο Βόρειο Ιράκ πάντα αποτελούν παράγοντα ανησυχίας. Ακόμη μεγαλύτερη πηγή ανησυχίας είναι η δράση των Κούρδων στη Βορειοανατολική Συρία όπου η διαμόρφωση οιονεί κουρδική κρατικής οντότητας ήταν και ο λόγος που η Τουρκία πίεσε και κατοχύρωσε τη δυνατότητα να έχουν στρατιωτική παρουσία και «ζώνη ασφαλείας» εκεί.

Όλα αυτά σχετίζονται άμεσα και με τις σχέσεις με τις ΗΠΑ. Η βασική δύναμη που στηρίζουν οι ΗΠΑ στη Βορειοανατολική Συρία, με αφετηρία την προηγούμενη πάλη κατά του Ισλαμικού Κράτους, είναι οι κουρδικές πολιτοφυλακές. Οι ΗΠΑ έχουν συστηματικά αποφύγει μέχρι τώρα να τις χαρακτηρίσουν τρομοκρατική οργάνωση, σε αντίθεση με το PKK που εδώ και χρόνια έχει τύχει αυτού του χαρακτηρισμού (κάτι που εξηγεί και γιατί οι ΗΠΑ δεν έχουν αντίρρηση στις επιχειρήσεις της Τουρκίας στο Β. Ιράκ), παρότι σε μεγάλο βαθμό και οι κουρδικές ένοπλες δυνάμεις στη Συρία ελέγχονται πολιτικά από το PKK. Μάλιστα, με δεδομένο ότι η τρέχουσα αμερικανική κυβέρνηση δεν μοιράζεται την επιμονή της κυβέρνησης Τραμπ για αποχώρηση από τη Συρία, η στήριξη αυτή, που περιλαμβάνει και την επιτόπια παρουσία αμερικανικού στρατιωτικού προσωπικού, αναμένεται να συνεχιστεί, όπως και η αμερικανική διευκόλυνση των κουρδικών δυνάμεων να έχουν από τις πετρελαιοπηγές που υπάρχουν στην περιοχή.

Από τη μεριά της, η Τουρκική κυβέρνηση κάνει μια εκτεταμένη προσπάθεια να πείσει ότι οι κουρδικές πολιτοφυλακές στη Συρία (YPG) είναι «τρομοκρατικές οργανώσεις», διακινώντας πληροφορίες ότι στρατολογεί με τη βία παιδιά, ενώ παράλληλα κλιμακώνει τις «αντιτρομοκρατικές» επιχειρήσεις εναντίον του PKK και εντός Τουρκίας. 

Τα προσεκτικά μηνύματα Μπλίνκεν

Την κατάσταση προσπάθησε να χειριστεί ο νέος αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Άντονι Μπλίνκεν. Σε τηλεφωνική επικοινωνία του με τον τούρκο ΥΠΕΚ Μεβλούτ Τσαβούσογλου ο Μπλίνκεν υπογράμμισε τη μακρόχρονη σημασία της διμερούς σχέσης ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Τουρκία, τα κοινά συμφέροντα των δύο χωρών για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και τη σημασία των «δημοκρατικών θεσμών», της «συμπεριληπτικής διακυβέρνησης», και του «σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων», ενώ και οι δύο πλευρές δεσμεύτηκαν να ενισχύσουν τη συνεργασία και την υποστήριξη σε μια πολιτική λύση στη σύγκρουση στη Συρία. Ο αμερικανός ΥΠΕΞ εξέφρασε συλλυπητήρια για τους θανάτους των Τούρκων ομήρων στο Βόρειο Ιράκ και επιβεβαίωσε την αμερικανική θέση ότι την ευθύνη την έχουν οι «τρομοκράτες του PKK». Παράλληλα, ο Μπλίνκεν πρότρεψε την Τουρκία να μην κρατήσει τους πυραύλους S-400 και εξέφρασε την υποστήριξη του για τις διερευνητικές επαφές Ελλάδας και Τουρκίας.

Είναι σαφές ότι η επικοινωνία του Μπλίνκεν, με τη ρητή αναφορά στην ευθύνη των τρομοκρατών του PKK στόχο είχε να καθησυχάσει την τουρκική πλευρά και συμβολικά να αποτυπώσει ένα διαχωρισμό των ΗΠΑ, έστω και χωρίς δέσμευση ότι αυτός ο χαρακτηρισμός επεκτείνεται και στις κουρδικές δυνάμεις στη Συρία.

Όμως, την ίδια στιγμή η αναφορά στην ανάγκη δημοκρατικής διαδικασίας, στα ανθρώπινα δικαιώματα και στην «συμπεριληπτική διακυβέρνηση» ήταν μια σχεδόν ευθέως κριτική αναφορά στον τρόπο που ασκεί την εξουσία ο Ερντογάν και μια έμμεση προτροπή να αλλάξει στάση, συμπεριλαμβανομένου και του τρόπου που αντιμετωπίζει την «εσωτερική» διάσταση του κουρδικού ζητήματος.

Και βέβαια το γεγονός ότι σε ένα υποτίθεται «καθησυχαστικό» και «επιδιορθωτικό» τηλεφώνημα δεν παρέλειψε να υπογραμμίσει την πάγια θέση των ΗΠΑ για το θέμα των S-400, επίσης αποτέλεσε μια σαφή διάθεση πίεσης στην Τουρκία σε αυτή την κατεύθυνση.

Η δυσκολία στην «ανταλλαγή» που ζητά η Τουρκία

Κατά συνέπεια το τηλεφώνημα του Μπλίνκεν έδειξε ότι δεν θα είναι τόσο εύκολη η επίτευξη μιας συμφωνίας, ενός quid pro quo, που έχει προτείνει η Άγκυρα στις ΗΠΑ σε σχέση με το θέμα των ρωσικών πυραύλων.

Πριν από λίγες μέρες ο Τούρκος υπουργός Άμυνας Χουλουσί Ακάρ υποστήριξε ότι θα μπορούσε να υπάρξει μια συμφωνία με τις ΗΠΑ για τους S-400, υπό την προϋπόθεση όμως ότι οι ΗΠΑ θα σταματούσαν την υποστήριξή τους για τις κουρδικές πολιτοφυλακές (YPG) στη Συρία: «Μπορούμε να βρούμε μια λύση για τους S-400 στις διαπραγματεύσεις μας με τις ΗΠΑ, αλλά περιμένουμε και από αυτούς να δουν την πραγματικότητα για το ΥPG. Εάν δεν μπορούμε να βρούμε μια λύση [σε σχέση με το YPG] δεν μπορούμε να πάμε πουθενά στις σχέσεις με τις ΗΠΑ».

Ως προς το είδος της λύσης αναφέρθηκε σε κάτι ανάλογο με τους S-300 στην Κρήτη, που είναι ουσιαστικά σε φύλαξη και όχι σε επιχειρησιακή κατάσταση.

Παρότι η πρόταση αντιμετωπίστηκε ως μια κίνηση προς έναν συμβιβασμό, εντούτοις δεν είναι δεδομένο ότι οι ΗΠΑ είναι ακόμη διατεθειμένες να εγκαταλείψουν τη δύναμη που τους επιτρέπει να έχουν μια άμεση παρουσία στη Συρία σε μια κρίσιμη περίοδο όπου διαμορφώνονται οι πολιτικοί όροι της μετάβασης στην επόμενη μέρα, την ώρα βέβαια που σε σχέση με τους S-400 θα ήθελαν να δουν μια πιο αποφασιστική κίνηση από τη μεριά της Τουρκίας.

ΠΗΓΗ:IN.GR