*Άρθρο του Hüseyin Çiçek

Το χαρακτηριστικό μιας ισχυρής και λειτουργικής κοινωνίας ίσως να είναι η ικανότητά της να κατανοεί τις τρέχουσες προσκλήσεις και να προβλέπει τυχόν  μελλοντικές, καθώς και να βρίσκει κατάλληλες στρατηγικές για την πολιτική, πολιτιστική και οικονομική της επιβίωση.

Στις σύγχρονες Ευρωπαϊκές κοινωνίες, αρκετές κοινωνικές  προκλήσεις εντοπίζονται και γίνονται αντικείμενο ένθερμων συζητήσεων.  Μία εκ των οποίων αποτελεί και ο τρόπος ένταξης και ενσωμάτωσης του Ισλάμ και των μουσουλμάνων στις κοινωνίες αυτές.  Οι σχετικοί διάλογοι είναι πολύ συχνά λαϊκιστικής φύσεως. Οι πρωταγωνιστές συχνά προσπαθούν να υποβαθμίσουν την ιστορική επιρροή της Μέσης Ανατολής, του Ισλάμ ή των Μουσουλμάνων της Ευρώπης και αντίστροφα.

Οι μεσαιωνικές συγκρούσεις και οι πόλεμοι μεταξύ «Χριστιανοσύνης και Ισλάμ» περιορίζονται μόνο στο θέμα της θρησκείας ενώ συχνά ιστορικά γεγονότα αγνοούνται.  Για παράδειγμα, δεν αναφέρεται σχεδόν ποτέ ότι οι Γάλλοι βασιλιάδες σκόπευαν να νικήσουν την Αυτοκρατορία των Αψβούργων με τη βοήθεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Εν ολίγοις, η Ευρωπαϊκό – ισλαμική ιστορική και τρέχουσα πραγματικότητα αλλά και οι σχέσεις είναι πολύ πιο πολύπλευρες και περίπλοκες από ό,τι υποδηλώνει ο δημόσιος λόγος.  

Οι μουσουλμάνοι που ζουν στην Ευρώπη δεν μπορούν να περιοριστούν μονάχα ως προς τη θρησκευτική τους ταυτότητα. Ωστόσο, πολλοί μουσουλμάνοι μετανάστες και οι απόγονοί τους σε ευρωπαϊκό έδαφος έχουν επηρεαστεί από τις πολιτικές της διασποράς των χωρών καταγωγής των γονιών τους.  

Συνεπώς, τα ευρωπαϊκά κόμματα και οι πολιτικοί, πέρα του λαϊκιστικού πειρασμού που αντιμετωπίζουν, έχουν εδώ και καιρό κατανοήσει αυτήν την πραγματικότητα και προσπαθούν να δημιουργήσουν μια κοινοτικότητα πραγματοποιώντας κοινές πρωτοβουλίες.  Πρόκειται για μια προσπάθεια αντιμετώπισης δύο πολιτικών μετώπων την ίδια ώρα.

Από τη μία πλευρά, ενάντια στην ενίσχυση των δεξιών λαϊκιστικών κομμάτων και ομάδων που χαρακτηρίζουν τους Μουσουλμάνους ως σοβαρό κίνδυνο και από την άλλη πλευρά υπάρχει η προσπάθεια  απώθησης  της επιρροής ισλαμικών λαϊκιστικών κομμάτων, των οποίων στόχος είναι η αποξένωση της μουσουλμανικής διασποράς στην Ευρώπη.

Η πρόκληση εναπόκειται στο ότι πρέπει να κατανοηθούν αυτές οι εξαιρετικά ετερογενείς αντιλήψεις, εικόνες και ιδέες του Ισλάμ και των Μουσουλμάνων στο Ευρωπαϊκό έδαφος και να εξεταστούν ξεχωριστά.  Είναι περιττό να αναφερθεί ότι τα ευρωπαϊκά εθνικά κράτη έχουν βρει διαφορετικούς τρόπους αντιμετώπισης αυτής της ετερογένειας. 

Ωστόσο, κάθε περίπτωση έθνους – κράτους είναι ενδιαφέρουσα  και φέρει σημαντικές πληροφορίες.  Εφόσον μεγάλωσα στην Αυστρία, ας επικεντρωθούμε στο Ισλάμ και στους Μουσουλμάνους στην Αυστρία. 

Το Ισλάμ αποτελεί μέρος της αυστριακής ιστορίας και κοινωνίας από την εποχή της μοναρχίας των Αψβούργων. Η προσάρτηση της Βοσνίας – Ερζεγοβίνης  στην Αυστρο – ουγγρική Αυτοκρατορία το 1908 είχε ως αποτέλεσμα ένα μεγάλο τμήμα μουσουλμανικού πληθυσμού να μετατραπεί στους νέους υποτελείς.   

Ακολουθώντας το παράδειγμα της Ρωσικής τσαρικής αυτοκρατορίας, η Αυστο-ουγγρική αυτοκρατορία πήρε την πρωτοβουλία να ενσωματώσει τους Μουσουλμάνους και τη θρησκεία τους στο νομικό της σύστημα. Η θρησκευτική και πολιτισμική πολυμορφία των λαών κατά την αυστριακή αυτοκρατορική περίοδο έλαβε τέλος με το ξέσπασμα του Α Παγκόσμιου Πολέμου, της ευρωπαϊκής περιόδου του μεσοπολέμου καθώς και με την άνοδο των Εθνικοσοσιαλιστών.  

Στα τέλη του Β Παγκόσμιου Πολέμου ή στην αρχή του Ψυχρού Πολέμου, η Αυστρία ήρθε αντιμέτωπη με την πρόκληση της εξεύρεσης νέας ταυτότητας. Οι συζητήσεις σχετικά με το ποια ταυτότητα ήταν πραγματικά αυστριακή εκτείνονταν από τη δεκαετία του 1960 έως τα μέσα της δεκαετίας του 1990. 

Ο αριθμός των Μουσουλμάνων στην Αυστρία αυξήθηκε τη δεκαετία του 1960 εξαιτίας της μετανάστευσης Τούρκων και Γιουγκοσλάβων προσωρινών εργαζομένων. Τη δεκαετία του 1960, οι Τούρκοι και Γιουγκοσλάβοι μουσουλμάνοι ίδρυσαν τη Μουσουλμανική ένωση Κοινωνικών Υπηρεσιών (Moslemischer Sozialdienst), η οποία φρόντιζε όχι μόνο τις θρησκευτικές ανάγκες αλλά και ασχολήθηκε με νομικά θέματα επίσης. Το 1971 η ένωση αιτήθηκε αδείας για εγκαθίδρυση μιας θρησκευτικής κοινότητας και του καταστατικού της βασιζόμενη στο νόμου του Ισλάμ του 1912. Το 1979, ιδρύθηκε η Ισλαμική Θρησκευτική Κοινότητα στην Αυστρία ως δημόσια επιχείρηση. 

Εκτός από θρησκευτικές οργανώσεις , ιδρύθηκαν επίσης και πολιτικές ενώσεις.  Για παράδειγμα, τη δεκαετία του 1960, μέλη του Δημοκρατικού κόμματος στην Αυστρία και τη Γερμανία βρήκαν καταφύγιο σε τουρκο – ισλαμικές ενώσεις.  Σε αυτό τα σημείο είναι σημαντικό να αναφέρω ότι οι πρώτες ενώσεις τούρκων μεταναστών στην Αυστρία ή τη Γερμανία αποτελούσαν ένα είδος ανάμιξης μεταξύ θρησκευτικών και πολιτικών οργανώσεων. 

Ενώ τα ισλαμικά κόμματα στην Τουρκία διαλύονταν κατ’εξακολούθηση ή αναγκάζονταν να διαλυθούν από τον Τουρκικό στρατό μέχρι να έρθει στην εξουσία το AKP το 2002, ο κοσμικός χαρακτήρας της Αυστρίας, η οποία ήταν ανοιχτή στη θρησκεία, τους επέτρεπε να εξελιχθούν πιο εύκολα. Αυτό συνέβαλε στο να γίνουν σημαντικοί θρησκευτικοί εκπρόσωποι αλλά και πολιτικοί εκπρόσωποι των τούρκων μουσουλμάνων στην Αυστρία και τη Γερμανία το κίνημα  Milli Görüş ή η ένωση Süleymancılar. 

Από τη δεκαετία του 1980 και έπειτα, έλαβε χώρα μια σημαντική αλλαγή στην κοινωνία των τούρκων μεταναστών στην Αυστρία και τη Γερμανία. Κατά την ίδια περίοδο αυξήθηκε και ο δεξιός λαϊκισμός. Οι δύο αυτές εξελίξεις είναι αλληλένδετες. Η οικονομική και εκπαιδευτική πρόοδος των παιδιών των τούρκων μεταναστών δεν μπορούσε πλέον να  αγνοηθεί. Το 2011, περισσότερες από 80.000 εταιρείες στη Γερμανία ανήκαν σε τούρκους μετανάστες. Γερμανοί ή Αυστριακοί πολιτικοί τουρκικής καταγωγής αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της δημόσιας ζωής εδώ και αρκετές δεκαετίες. Οι απόγονοι των τούρκων μεταναστών από τη δεκαετία του 1960 έχουν επίσης κερδίσει τη θέση τους στον τομέα της διασκέδασης. Πάραυτα, υπάρχουν ακόμα άνεργοι αλλά και ανεπαρκώς μορφωμένοι τούρκοι στην Αυστρία και τη Γερμανία. 

Ωστόσο, αυτές οι εξελίξεις οδήγησαν στην αλλαγή της αντίληψης των προσωρινών – φιλοξενούμενων εργαζομένων. Η άνοδος και προβολή της κοινωνίας των τούρκων μεταναστών ερμηνεύεται από τους δεξιούς λαϊκιστές ως  διείσδυση στη δική τους κοινωνία. Προφανώς, οι προσωρινοί – φιλοξενούμενοι εργαζόμενοι οι οποίοι μετανάστευσαν τη δεκαετία του 1970 καθώς και οι απόγονοί τους τρίτης ή τέταρτης γενιάς θεωρούνται ανεπιθύμητοι προς ένταξη στην ευρύτερη κοινωνία. Με άλλα λόγια, ο σκεπτικισμός και η προκατάληψη προς τους τότε προσωρινούς – φιλοξενούμενους εργαζομένους μεταφέρονται και στους απογόνους τους. 

Εν ολίγοις, μπορούμε να πούμε ότι σε ορισμένα τμήματα της ευρύτερης κοινωνίας και σε συγκεκριμένα τμήματα της κοινωνίας των τουρκο-μουσουλμάνων μεταναστών υπάρχει μια μονοδιάστατη και προκατειλημμένη εικόνα της μιας για την άλλη. Αυτό σε καμία περίπτωση δεν καταλήγει στο συναίσθημα της απελπισίας. Αντιθέτως, αυτός είναι ένας λόγος  παρουσίασης μιας ρεαλιστικής εικόνας της συνύπαρξης τουρκο- μουσουλμάνων και μη μουσουλμάνων σε διαφορετικά πολιτικά και κοινωνικά πλαίσια σε Αυστρία και Γερμανία.