Ανάπτυξη 4,2% αναμένει για το 2021 η Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ), με τον διοικητή της, κ. Γιάννης Στουρνάρα, να εκφράζει την άποψη πως οι συνέπειες της πανδημίας θα ενταθούν το 2021 για τις εγχώριες τράπεζες, χαρακτηρίζοντας ως δίδυμα προβλήματα τα νέα «κόκκινα» δάνεια, ύψους οκτώ με 10 δισ. ευρώ και τον αναβαλλόμενο φόρο.

Ειδικότερα, μιλώντας στην 88η ετήσια τακτική γενική συνέλευση των μετόχων, στο πλαίσιο της παρουσίασης της Έκθεσής του για την ελληνική οικονομία για το έτος 2020, ο κ. Στουρνάρας επικαλέστηκε τις προβλέψεις της ΤτΕ για ρυθμό αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ το 2021 κατά 4,2%. «Η πρόβλεψη αυτή ωστόσο εμπεριέχει μεγάλη αβεβαιότητα εξαιτίας των κινδύνων που συνδέονται άμεσα με την εξέλιξη των επιδημιολογικών δεδομένων και τη δυνατότητα άμεσης άρσης πολλών περιοριστικών και απαγορευτικών μέτρων, αλλά και με τα ιδιαίτερα δομικά χαρακτηριστικά της οικονομίας που καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό την έκταση των οικονομικών επιπτώσεων», ανέφερε χαρακτηριστικά, σημειώνοντας πως η ταχύτητα, με την οποία θα ανακάμψει η ελληνική οικονομία, εξαρτάται από τρεις βασικούς παράγοντες:

Πρώτον, την επιτάχυνση της εκστρατείας των εμβολιασμών όχι μόνο σε εθνικό, αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο. Η επιτυχία των εμβολιασμών θα ενισχύσει την εμπιστοσύνη των πολιτών για την επίλυση της υγειονομικής κρίσης και θα δώσει τη δυνατότητα επιστροφής στην κανονικότητα με άρση ταξιδιωτικών και άλλων περιορισμών, συμβάλλοντας έτσι στην ανάκαμψη της εξωτερικής ζήτησης, κυρίως υπηρεσιών όπως ο τουρισμός και τα ταξίδια. Παράλληλα, η μείωση της αβεβαιότητας και η άρση των περιοριστικών μέτρων θα επιτρέψουν τη σταδιακή αύξηση της εγχώριας κατανάλωσης και των εγχώριων επενδύσεων.

Δεύτερον, τη διατήρηση σε εφαρμογή, μέχρι τη λήξη της πανδημίας και μέχρι να εδραιωθεί η ανάκαμψη, των δημοσιονομικών παρεμβάσεων και των έκτακτων μέτρων από το τραπεζικό σύστημα, προσεκτικά όμως στοχευμένων σε κατηγορίες εργαζομένων, καθώς και σε παραγωγικούς κλάδους που επλήγησαν βαρύτερα αλλά παραμένουν οικονομικά υγιείς. Για το σκοπό αυτό, καθοριστικής σημασίας είναι η στρατηγική της σταδιακής και προσεκτικής απόσυρσης των μέτρων.

Τρίτον, την ταχύτητα ενεργοποίησης του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας για την απορρόφηση των κεφαλαιακών πόρων που δικαιούται η Ελλάδα από το ευρωπαϊκό μέσο NGEU. Η αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων από το δεύτερο εξάμηνο του 2021 και έως το 2026 θα ενισχύσει σε σημαντικό βαθμό τη δυναμική της ανάπτυξης και θα διευκολύνει την αποκατάσταση της δημοσιονομικής ισορροπίας χωρίς την ανάγκη επιστροφής στις αυστηρές πολιτικές λιτότητας του παρελθόντος που εγκλώβισαν την οικονομία σε ένα φαύλο κύκλο ύφεσης και στασιμότητας. Μάλιστα, για χώρες όπως η Ελλάδα, με υψηλό λόγο δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ, καίρια σημασία για την αποκλιμάκωση της δυναμικής του χρέους έχει ο συνδυασμός όσο το δυνατόν υψηλότερου ρυθμού αύξησης του ονομαστικού ΑΕΠ και όσο το δυνατόν χαμηλότερων ονομαστικών επιτοκίων δανεισμού.

Δημοσιονομική πολιτική

Σύμφωνα με τον διοικητή, τα δημοσιονομικά μέτρα στήριξης, ύψους 11,2% του ΑΕΠ, που εφαρμόστηκαν εντός του 2020 και η ύφεση οδήγησαν σε απότομη μεταστροφή του δημοσιονομικού πρωτογενούς αποτελέσματος της γενικής κυβέρνησης από πλεόνασμα σε έλλειμμα και, σε συνδυασμό με τη μεγάλη πτώση του ονομαστικού προϊόντος, σε σημαντική αύξηση του λόγου του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ.

Συγκεκριμένα, με βάση την αναθεωρημένη πρόβλεψη της ΤτΕ, εκτιμάται ότι το 2020 το πρωτογενές έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης ―σύμφωνα με τον ορισμό της ενισχυμένης εποπτείας― θα διαμορφωθεί σε 7,0% του ΑΕΠ, έναντι πλεονάσματος ύψους 3,6% του ΑΕΠ το 2019. «Το δημόσιο χρέος εκτιμάται ότι αυξήθηκε σε 205% του ΑΕΠ το 2020, από 180,5% του ΑΕΠ το 2019, κυρίως λόγω της μείωσης του ονομαστικού ΑΕΠ. Η συμβολή της διαφοράς μεταξύ του έμμεσου επιτοκίου δανεισμού και του ρυθμού μεταβολής του ονομαστικού ΑΕΠ (snowball effect) στην αύξηση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ εκτιμάται σε περίπου 22 ποσοστιαίες μονάδες, αντανακλώντας τη συρρίκνωση του ονομαστικού ΑΕΠ», τόνισε χαρακτηριστικά.

Τράπεζες

Κάλεσμα προς τις τράπεζες να επανεξετάσουν την επάρκεια των προβλέψεών τους έναντι του πιστωτικού κινδύνου απηύθυνε ο κ. Στουρνάρας, σημειώνοντας πως μολονότι το ποσοστό κάλυψης από προβλέψεις βρίσκεται στα ίδια επίπεδα με το μέσο όρο της ΕΕ, είναι χαμηλότερο από το αντίστοιχο κρατών-μελών με υψηλό λόγο μη εξυπηρετούμενων δανείων. «Εκτός από τα ‘δίδυμα’ προβλήματα των ΜΕΔ και των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων, οι ελληνικές τράπεζες αντιμετωπίζουν και μια σειρά από άλλες σοβαρές προκλήσεις, κοινές όμως και για τις περισσότερες τράπεζες της ευρωζώνης, όπως η χαμηλή οργανική κερδοφορία, λόγω και των χαμηλών επιτοκίων, ο αυξανόμενος ανταγωνισμός από μη τραπεζικά ιδρύματα, προκλήσεις που πηγάζουν από την ατελή τραπεζική ένωση, καθώς και λοιπές προκλήσεις που συνδέονται με τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, αλλά και με κυβερνοεπιθέσεις», πρόσθεσε.

Όσον αφορά στα «κόκκινα», αυτά ανήλθαν στο τέλος του Δεκεμβρίου 2020 σε 47,4 δισ. ευρώ, μειωμένα κατά περίπου 21 δισ. ευρώ συγκριτικά με το τέλος του Δεκεμβρίου 2019. Ο λόγος των ΜΕΔ προς το σύνολο των δανείων παραμένει υψηλός, 30,2%, έναντι μέσου όρου μόλις 2,8% στην ΕΕ. Σε σχέση όμως με το Μάρτιο του 2016, όταν είχε καταγραφεί ο μεγαλύτερος όγκος ΜΕΔ, έχει επιτευχθεί μείωση κατά περίπου 60 δισ. ευρώ, η οποία οφείλεται ως επί το πλείστον σε πωλήσεις δανείων και διαγραφές και πολύ λιγότερο σε εισπράξεις μέσω ενεργητικής διαχείρισης. Ως προς τη διάρθρωση των ΜΕΔ σε απόλυτα μεγέθη, πάνω από το ήμισυ αφορά επιχειρηματικά δάνεια, το 1/3 περίπου στεγαστικά και το υπόλοιπο καταναλωτικά δάνεια. Επίσης, το ήμισυ σχεδόν του υπολοίπου των ΜΕΔ αφορά δάνεια που έχουν ήδη καταγγελθεί από τις τράπεζες, ενώ το υπόλοιπο των ΜΕΔ που συνδέονται με ρυθμίσεις αντιπροσωπεύει περίπου το 1/3 του συνόλου των ΜΕΔ. Επί δε του συνόλου των δανείων, εξυπηρετούμενων και μη, σε καθεστώς ρύθμισης υπάγεται περίπου το 1/5. Επισημαίνεται ότι υψηλό ποσοστό των δανείων που είχαν τεθεί σε καθεστώς ρύθμισης εμφάνισε και πάλι καθυστέρηση, και μάλιστα σε αρκετές περιπτώσεις η εξέλιξη αυτή παρατηρήθηκε σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα μετά την εφαρμογή της ρύθμισης.

«Με την ολοκλήρωση του προγράμματος “Ηρακλής” εντός του 2021, εκτιμάται ότι ο λόγος των ΜΕΔ προς το σύνολο των δανείων θα υποχωρήσει περίπου στο 25% και ο μέσος δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας προσωρινά χαμηλότερα από τα σημερινά επίπεδα αλλά άνω του ελάχιστου εποπτικού ορίου, με ταυτόχρονη αύξηση του ποσοστού της αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης στα κεφάλαια των τραπεζών. Σε αυτούς τους δείκτες όμως δεν περιλαμβάνονται τα νέα ΜΕΔ (σ.σ. περί τα οκτώ με 10 δισ. ευρώ) που αναμένεται να προστεθούν στον υφιστάμενο όγκο, λόγω των επιπτώσεων της υγειονομικής κρίσης», υπογράμμισε ο διοικητής, για να προσθέσει: «Συνεπώς, είναι απαραίτητο να αναληφθούν πρόσθετες ενέργειες οι οποίες θα διευκολύνουν την εμπροσθοβαρή αναγνώριση των ζημιών λόγω αυξημένου πιστωτικού κινδύνου εξαιτίας της πανδημίας και την εξυγίανση των ισολογισμών των τραπεζών μαζί με την αντιμετώπιση του προβλήματος των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων». Για το σκοπό αυτό, συμπληρωματικά με το υπό εξέλιξη πρόγραμμα “Ηρακλής”, η ΤτΕ έχει προτείνει προς την κυβέρνηση τη σύσταση εταιρίας διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού (Asset Management Company – AMC), στην οποία θα μεταβιβαστούν ΜΕΔ στην καθαρή λογιστική τους αξία και στη συνέχεια θα τιτλοποιηθούν σε πραγματικούς όρους αγοράς. Η μεταβίβαση στην καθαρή λογιστική τους αξία παρέχει κίνητρα στις τράπεζες με υψηλό δείκτη ΜΕΔ, ενώ η τιτλοποίηση σε όρους αγοράς αυξάνει τη ρευστότητα των τραπεζών, ενισχύει την οργανική κερδοφορία και βελτιώνει την ποιότητα των εποπτικών κεφαλαίων. Σημαντικότερα, η πρόταση της ΤτΕ επιλύει και το πρόβλημα των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων στα κεφάλαια των πιστωτικών ιδρυμάτων. Σημειώνεται ότι το Ελληνικό Δημόσιο θα παρέχει, έναντι προμήθειας από τις τράπεζες, την εγγύησή του ώστε να καλυφθεί η διαφορά μεταξύ της αξίας μεταβίβασης και της εκτιμώμενης αγοραίας αξίας. Επιπρόσθετα, οι τράπεζες θα καταβάλουν και ειδικό τέλος (σε βάθος πενταετίας) ως αμοιβή εισόδου στο σχήμα. Επίσης, το Ελληνικό Δημόσιο θα διατηρήσει το δικαίωμα συμμετοχής στα κέρδη από υψηλότερες του αναμενομένου ανακτήσεις δανείων, μέσω διακράτησης του μεγαλύτερου μέρους των τίτλων κατώτερης διαβάθμισης. «Η κυβέρνηση εξετάζει τη σκοπιμότητα της ίδρυσης εταιρίας διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού, όπως έχει προτείνει η ΤτΕ και παράλληλα έχει αιτηθεί από τη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής την επέκταση του προγράμματος “Ηρακλής”. Στην περίπτωση που δεν επιλεγεί τελικά η πρόταση της Τράπεζας της Ελλάδος, θα πρέπει να βρεθεί ένας εναλλακτικός τρόπος αντιμετώπισης του προβλήματος των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων, συνεπής με την κείμενη νομοθεσία περί κεφαλαιακών απαιτήσεων», κατέληξε ο κ. Στουρνάρας.

Το στοίχημα για την επόμενη ημέρα

Όπως επισήμανε ο διοικητής της ΤτΕ, το στοίχημα της οικονομικής πολιτικής μετά την πανδημία είναι η καταγραφή υψηλών ρυθμών αύξησης του ΑΕΠ, ούτως ώστε οι απώλειες να ανακτηθούν ταχύτερα, η οικονομία να τεθεί σε στέρεη τροχιά ανάπτυξης, η δημοσιονομική ισορροπία να αποκατασταθεί με γρήγορους ρυθμούς και ο λόγος δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ να τεθεί σε καθοδική πορεία. Για να συμβεί όμως αυτό, πρέπει να συντρέχει ένα ελάχιστο σύνολο βασικών προϋποθέσεων, όπως:

1) Αποτελεσματική αξιοποίηση των ευρωπαϊκών κονδυλίων. Το μέσο ανάκαμψης NGEU και οι χρηματοδοτικοί πόροι από άλλα ευρωπαϊκά προγράμματα και διαρθρωτικά ταμεία, συνολικού ύψους 72 δισεκ. ευρώ για την Ελλάδα, προσφέρουν μια μοναδική ευκαιρία όχι μόνο να επουλώσει τις οικονομικές πληγές της πανδημίας, αλλά κυρίως να επιταχύνει και να ολοκληρώσει τον οικονομικό, τεχνολογικό και θεσμικό μετασχηματισμό της. Η διαχείριση και βέλτιστη αξιοποίηση των ευρωπαϊκών κονδυλίων αποτελεί ίσως τη μεγαλύτερη πρόκληση που καλείται να αντιμετωπίσει σήμερα η δημόσια διοίκηση. Για να μεγιστοποιηθεί το όφελος για την οικονομία, θα απαιτηθεί τόσο η συντονισμένη δράση του δημόσιου τομέα για τον προσεκτικό, έγκαιρο και μακρόπνοο σχεδιασμό όσο και η συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα με καταλλήλως προετοιμασμένα σχέδια για στοχευμένα επενδυτικά έργα.

2) Οριστική αντιμετώπιση του προβλήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ). Η εφαρμογή του νέου πτωχευτικού κώδικα, καθώς και το πρόγραμμα “Γέφυρα” για την αποπληρωμή δανείων με εμπράγματες εξασφαλίσεις στην κύρια κατοικία συνεπών δανειοληπτών που επλήγησαν από την πανδημία και η επέκτασή του και για επιχειρηματικά δάνεια πληττόμενων μικρομεσαίων επιχειρήσεων και ελεύθερων επαγγελματιών, διευκολύνουν τους ιδιώτες στην αποπληρωμή των χρεών τους. Ωστόσο, για τον περιορισμό του ηθικού κινδύνου, τη διασφάλιση της κουλτούρας πληρωμής υποχρεώσεων και την προστασία της κερδοφορίας τους, οι τράπεζες πρέπει να εφαρμόσουν, σε συνεννόηση με τις εποπτικές αρχές, προγράμματα αποπληρωμής των δανείων που τελούν σήμερα σε moratorium, θεσπίζοντας κατάλληλους μηχανισμούς για το διαχωρισμό των δανειοληπτών σε βιώσιμους και μη βιώσιμους. Για την άμεση και οριστική αντιμετώπιση των ΜΕΔ απαιτούνται επιπλέον ενέργειες από τις τράπεζες και την Πολιτεία για την πλήρη εξυγίανση των ισολογισμών τους προκειμένου ο εγχώριος τραπεζικός τομέας να συνεχίσει την απρόσκοπτη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας. Στόχος δεν πρέπει να είναι μόνο η μείωση των ΜΕΔ, αλλά και η εξυγίανση του ιδιωτικού χρέους συνολικά.

3) Ολοκλήρωση της φορολογικής μεταρρύθμισης.

4) Αναδιάρθρωση των δημόσιων δαπανών.

5) Αύξηση των δημόσιων επενδύσεων.

6) Ολοκλήρωση του ψηφιακού μετασχηματισμού της οικονομίας και κοινωνίας.

7) Προστασία από μελλοντικές μολυσματικές ασθένειες και αντιμετώπιση των συνεπειών της κλιματικής αλλαγής.

πηγή: newmoney.gr