*Του Nicholas Morgan – Αναλυτή

Η αντίδραση της Τουρκίας στην αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων από τον Πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών Τζο Μπάιντεν αναμενόταν να είναι άμεση και σκληρή. Αντιθέτως, η άγκυρα ανταποκρίθηκε με εκπληκτική αυτοσυγκράτηση. 

Σε δήλωση που δημοσιεύθηκε για την 106η επέτειο της Γενοκτονίας των Αρμενίων το Σάββατο, ο Μπάιντεν έγινε ο πρώτος Πρόεδρος ΗΠΑ εδώ και 4 δεκαετίες που χρησιμοποίησε τον όρο «γενοκτονία» προκειμένου να περιγράψει τα γεγονότα του 1915.  

«Κάθε χρόνο αυτήν την ημέρα, ανακαλούμε στη μνήμη μας όλους εκείνους που έχασαν τη ζωή τους στη γενοκτονία των Αρμενίων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και δεσμευόμαστε για την αποτροπή της επανάληψης μιας τέτοιου είδους κτηνωδίας» ανέφερε ο Μπάιντεν στη δήλωση του.

Πριν από ακριβώς ένα χρόνο, ο Μπάιντεν είχε δεσμευθεί να συμπεριλάβει την αναγνώριση της γενοκτονίας, ως μέρος της εξωτερικής του πολιτικής, η οποία επικεντρώνεται στα ανθρώπινα δικαιώματα.  Αναγνωρίζοντας τις σφαγές των Αρμενίων το 1915 ως γενοκτονία, εκπλήρωσε τώρα μια υπόσχεση που είχε δοθεί στους Αρμένιους – Αμερικανούς ψηφοφόρους και η οποία είχε ξεχαστεί και εγκαταλειφθεί από προκάτοχούς του. 

Επί σειρά ετών, η Τουρκία προειδοποιεί την Ουάσιγκτον ώστε να μην προχωρήσει στην αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων, γιατί σε κάθε άλλη περίπτωση θα διακινδυνεύσει να βλάψει τη λεγόμενη «στρατηγική συνεργασία» τους. Εν όψει της ανακοίνωσης του Μπάιντεν, ο Τούρκος υπουργός εξωτερικών Μεβλούτ Τσαβούσογλου προειδοποίησε ότι το μόνο που θα κατάφερνε οποιαδήποτε αναγνώριση θα ήταν να πλήξει τους δεσμούς, ενώ ο ίδιος χαρακτήρισε τη δήλωση του Μπάιντεν ως «λαϊκιστική» όταν αυτή τελικά ανακοινώθηκε.    

«Δεν δεχόμαστε μαθήματα από κανέναν για την ιστορία μας.» έγραψε ο Τσαβούσογλου στο Twitter λογαριασμό του. «Ο πολιτικός καιροσκοπισμός αποτελεί τη μεγαλύτερη προδοσία για την ειρήνη και τη δικαιοσύνη». 

Ο Ιμπραήμ Καλίν, ο εκπρόσωπος και προσωπικός βοηθός του Ρετζέπ Ταγιπ Ερντογάν, εξέφρασε παράπονα ότι ο Μπάιντεν έλαβε «ανεύθυνη και ανήθικη» θέση, αγνοώντας τις εκκλήσεις της Τουρκίας για κοινή ιστορική επιτροπή που θα διερευνήσει τις αγριότητες του 1915. 

Ωστόσο, καμία από αυτές τις δηλώσεις δεν ήταν όσο εκρηκτικές όσο αναμενόταν, δεδομένου ότι η Τουρκία προειδοποιούσε εδώ και δεκαετίες ότι η αναγνώριση της γενοκτονίας των Αρμενίων θα έβλαπτε ανεπανόρθωτα τις σχέσεις με την Ουάσιγκτον. Οι ξεκάθαρα πιστές στον Ερντογάν δημοσιογραφικές στήλες των Τουρκικών εφημερίδων που βρίσκονται κοντά στην κυβέρνηση διατηρούν μια γενική σιωπή. Οι επίσημες τουρκικές δηλώσεις έχουν επικεντρωθεί στις συνήθεις κατηγορίες εναντίον του «Αρμενικού λόμπι» για δυσφήμιση της Τουρκίας και χειραγώγηση των Αμερικανών πολιτικών. Ακόμα και υποδαυλιστές σύμμαχοι του Ερντογάν, συμπεριλαμβανομένου του αρχηγού του κόμματος Εθνικιστικής Δράσης (MHP) Ντεβλέτ Μπαχτσελί, χαρακτήρισαν τη δήλωση του Μπάιντεν «σκανδαλώδη» και απέρριψαν τις κατηγορίες γενοκτονίας.   

Στην Ουάσιγκτον, ούτε ο πρέσβης της Τουρκίας Χασάν Μουράτ Μερκάν , ο οποίος αφίχθη στην Ουάσιγκτον στο πλαίσιο διπλωματικού ανασχηματισμού πέρυσι, δεν έχει ακόμα άμεσα σχολιάσει.  Το Σάββατο στο λογαριασμό Twitter του πρέσβη κυριαρχούσαν  αναδημοσιεύσεις άλλων δηλώσεων εναντίον της δήλωσης του Μπάιντεν, συμπεριλαμβανομένης της κατηγορίας από τον πρώην πρέσβη Ναμίκ Ταν.  Δεν υπήρξε καμία απειλή για ανάκληση του Μερκάν, όμως ο πρέσβης των ΗΠΑ στην Άγκυρα Ντέιβιντ Σατερφιλντ κλητεύθηκε από το Υπουργείο Εξωτερικών την Κυριακή. Το κρατικό πρακτορείο ειδήσεων  Anadolou ανέφερε ότι αξιωματούχοι τόνισαν στον Σατερφιλντ πως η απόφαση του Μπάιντεν δημιούργησε «μια βαθιά και ανεπανόρθωτη πληγή». 

Μεγαλύτερη έκπληξη ωστόσο αποτελεί η σιωπή του ίδιου του Ερντογάν. Ένας ηγέτης, γνωστός για την πομπώδη ρητορική του και την ακλόνητη προθυμία του έναντι εκείνων που βρίσκονται στο διάβα του, ο πρόεδρος έχει κρατήσει τη σιωπή του χωρίς σχόλια για την επιλογή του Μπάιντεν. Αντ’ αυτού, η προεδρία τόνισε μόνο το μήνυμα του ιδίου προς το Αρμενικό Πατριαρχείο στην Κωνσταντινούπολη, όπου εξέφρασε τα «συλλυπητήρια» του στους απόγονους των θυμάτων της γενοκτονίας χωρίς ωστόσο να χρησιμοποιήσει τον όρο.   

Η σιωπή του Ερντογάν μέχρι τώρα ίσως να αποτελεί έκπληξη επιφανειακά όμως εξηγεί τα μετρημένα σχόλια της κυβέρνησης του και των διαφόρων συμμάχων του. Η Μέρβε Ταχρόγλου, συντονίστρια του Προγράμματος για τη Δημοκρατία της Μέσης Ανατολής (POMED) στην Ουάσιγκτον αποδίδει τα εύσημα στην προσεκτική εξέλιξη της αναγνώρισης από τη διοίκηση Μπάιντεν με τέτοιο τρόπο ώστε να προκαλέσει την όσο δυνατόν λιγότερο, από το αναμενόμενο,  εξοργισμένη αντίδραση της Τουρκίας.    . 

«Η δήλωση Μπάιντεν ήταν πολύ καλά και προσεκτικά διατυπωμένη έτσι ώστε να μην επιρρίψει καμία κατηγορία στην Τουρκική κυβέρνηση.» δήλωσε η Ταχρόγλου σε δημόσια συζήτηση που πραγματοποιήθηκε μετά την ανακοίνωση του Μπάιντεν. Επέστησε ιδιαίτερη προσοχή στην αναφορά της δήλωσης στις οθωμανικές αρχές του 1915, ως έναν τρόπο να επικεντρωθεί η ευθύνη στις αρχές διατηρώντας την στο παρελθόν και αναγνωρίζοντας παράλληλα τη Γενοκτονία των Αρμενίων. 

Η Τουρκία όντως αναγνωρίζει τους θανάτους 1,5 εκατομμύριων Αρμενίων πριν από έναν αιώνα, όμως έχει αρνηθεί να τους χαρακτηρίσει ως γενοκτονία.  Συχνά οι αρχές και τα φερέφωνά τους θα εκτρέπονταν αναφέροντας τους θανάτους μουσουλμάνων Τούρκων κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου ή αμφισβητώντας την ευρεία ακαδημαϊκή συναίνεση ότι η γενοκτονία πραγματοποιήθηκε σκόπιμα από Οθωμανούς αξιωματούχους

Για πολλές δεκαετίες, η Τουρκία έχει στρέψει αποτελεσματικά τα όπλα των προέδρων των ΗΠΑ σε συνεχή μη αναγνώριση της γενοκτονίας, υπονομεύοντας τις δικές τους προεκλογικές υποσχέσεις για να το πράξουν. Ο Πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα, υπό τον οποίο υπηρέτησε ο Μπάιντεν ως αντιπρόεδρος, απογοήτευσε κυρίως πολλούς Αρμένιους Αμερικανούς αθετώντας την υπόσχεσή του να αναγνωρίσει τη Γενοκτονία από σεβασμό προς την Άγκυρα

Ο πρώην πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος ήταν κοντά στον Ερντογάν κατά τη διάρκεια της θητείας του, δεν υποσχέθηκε ποτέ να τερματίσει την πολιτική μη αναγνώρισης των ΗΠΑ. Η κυβέρνησή του αρνήθηκε τον Δεκέμβριο του 2019 να επικυρώσει δικομματικό ψήφισμα για την αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων ως επίσημη πολιτική μη προσβολής της Τουρκίας. 

Ωστόσο, το αστέρι της Τουρκίας στην Ουάσιγκτον έχει χάσει από το φως του κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών, εξαιτίας της επιθετικής αντιαμερικανικής ρητορικής του Ερντογάν και της άμεσης υπονόμευσης των αμερικανικών συμφερόντων.  Η προστασία που παρείχε στην Τουρκία ο πρόεδρος Τραμπ και η αποδυνάμωση της κάποτε τρομερής μηχανής άσκησης πίεσης μείωσε τον αριθμό των μοχλών που έπρεπε να έχει η Άγκυρα για να αποτρέψει την αναγνώριση της Γενοκτονίας. Από την εκλογή του Μπάιντεν το Νοέμβριο, ο Ερντογάν είναι πρόθυμος να μειώσει την ένταση με τον Μπάιντεν, αλλά υπήρξε άρνηση ακόμα και μιας τηλεφωνικής επικοινωνίας μέχρι και μια μέρα πριν την ανακοίνωση. 

Ο Δρ. Στίβεν Κουκ, ειδικός στα θέματα Τουρκίας στο Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων στη Νέας Υόρκη, σχολίασε στην ίδια επιτροπή ότι οι άνεμοι υπό την κυβέρνηση Μπάιντεν έχουν αλλάξει πλεύση και τώρα πνέουν εναντίον της Άγκυρας. Συγκεκριμένα, σημείωσε ότι η πολυετή συσσωρευμένη απογοήτευση στο Κογκρέσο ως προς την Τουρκία συνέβαλε στην απόφαση ανατροπής του βέτο της σε οποιαδήποτε αναγνώριση.

 «Εδώ και δέκα χρόνια, η Τουρκία δεν έχει δώσει κανένα λόγο να μην αναγνωριστεί η Γενοκτονία των Αρμενίων», δήλωσε ο Κουκ. Πρόσθεσε ότι τα προηγούμενα επιχειρήματα, που έκαναν τις ΗΠΑ να σκεφτούν διπλά και προσεκτικά την αναγνώρισή της, δεδομένου ότι θα υπονόμευε μια κρίσιμη εταιρική σχέση με την Τουρκία, έχουν μικρότερη βαρύτητα από πριν.

 «Ο τρόπος με τον οποίο οι Τούρκοι ασκούν την εξωτερική πολιτική τους, ο τρόπος με τον οποίο έχουν υπονομεύσει τις ΗΠΑ σε κρίσιμες στιγμές, δεν έχουν δώσει σε κανέναν κάποιο λόγο να μην το κάνει αυτό». Αντιμέτωπος με σοβαρές οικονομικές προκλήσεις και χαμηλά ποσοστά αποδοχής, ο Ερντογάν δεν έχει την πολυτέλεια να αντιδράσει υπερβολικά εναντίον των ΗΠΑ. Η αξία της τουρκικής λίρας έχει παραμείνει ευάλωτη στις διακυμάνσεις των διμερών σχέσεων από το 2018 και ο Ερντογάν ίσως να είναι πρόθυμος να συγκρατήσει τις εντάσεις εδώ. 

Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση Μπάιντεν προσπάθησε να πραγματοποιήσει την επιθυμία του Προέδρου να αναζωογονήσει την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων παγκοσμίως από τις ΗΠΑ, αλλά ταυτόχρονα να διεξάγει ευαίσθητη διπλωματία με τους καταχραστές δικαιωμάτων.

Μια μέρα πριν ο Μπάιντεν τελειώσει με το θέμα της μη αναγνώρισης της Γενοκτονίας των Αρμενίων από τις ΗΠΑ, πραγματοποίησε το πρώτο του τηλεφώνημα με τον Ερντογάν. Σύμφωνα με πληροφορίες, ο Μπάιντεν ειδοποίησε εκ των προτέρων τον Ερντογάν για τα σχέδιά του, αν και δεν έγινε καμία αναφορά σε αυτά τα σχέδια ή το θέμα τους στα τουρκικά και αμερικανικά σχετικά δημοσιεύματα. 

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Μπάιντεν δίνει προτεραιότητα  στις ενέργειες των ΗΠΑ στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Πριν επιβάλει κυρώσεις σε Σαουδάραβες αξιωματούχους που εμπλέκονταν στη δολοφονία του αρθρογράφου της Washington Post Τζαμάλ Κασόγκι, ο Μπάιντεν προειδοποίησε εκ των προτέρων τον βασιλιά της Σαουδικής Αραβίας Σαλμάν για τα σχέδιά του. Η απάντηση της Σαουδικής Αραβίας στην επακόλουθη κίνηση του Μπάιντεν ήταν καταδικαστέα αλλά χωρίς καμία σοβαρή ενέργεια για την υπονόμευση της εταιρικής τους σχέσης.

Η  Ταχρόγλου δηλώνει ότι ο Μπάιντεν, παρέχοντας στον Ερντογάν αυτήν την προειδοποίηση αλλά και την υπόσχεση για συνάντηση τον Ιούνιο στο πλαίσιο προγραμματισμένης συνόδου του ΝΑΤΟ, επέδειξε το σεβασμό του προς τον Τούρκο ομόλογό του, καθώς και πέρασε ένα μήνυμα ότι οι σχέσεις μπορούν ακόμα να βελτιωθούν.

 «Αυτό που είναι σημαντικό είναι ότι ανέφερε ότι θα πραγματοποιήσουν τη συνάντησή τους τον Ιούνιο, οπότε αυτό αποτελεί μήνυμα προς την Άγκυρα ότι υπάρχει ακόμα αρκετός χρόνος για να βελτιωθούν οι σχέσεις», εξήγησε. 

«Ελπίζω ότι η Τουρκική πλευρά θα κατανοήσει αυτό το μήνυμα και θα το χρησιμοποιήσει για να αλλάξει συμπεριφορά ή πολιτικές τον επόμενο μήνα και να βελτιώσει αυτούς τους δεσμούς».

(*Επιμέλεια: Μεταφραστικό Τμήμα Θρακικού Πρακτορείου Ειδήσεων)