*Επιμέλεια: Παν. Πεντζουρίδης – Δημοσιογράφος / Γενικός Διευθυντής του ΘΠΕ

Η Τουρκία προσπαθεί να «χτίσει» την επιρροή της στα Βαλκάνια και προκειμένου να το κάνει αυτό και να διεισδύσει ακόμα πιο πολύ καταφεύγει στη θρησκεία. 

Ο Δρ. Αχμέτ Έρντι Οζτούρκ, αναπληρωτής καθηγητής στο London Metropolitan University και στο Coventry University, δήλωσε ότι η Τουρκία έχει πραγματοποιήσει πολυετή μελέτη, την οποία ερευνώντας έφτασε ως τα Βαλκάνια στην προσπάθεια του να κατανοήσει την ήπια δύναμη της στην περιοχή.  Μέσω συνεντεύξεων με εκατοντάδες τοπικούς αξιωματούχους και πολίτες, ο Οζτούρκ συγκέντρωσε τα ευρήματα του σε ένα βιβλίο με τίτλο «Θρησκεία, Ταυτότητα και Εξουσία: Τουρκία και Βαλκάνια τον 21ο αιώνα» (“Religion, Identity and Power: Turkey and the Balkans in the 21st Century”).  

«Το βασικό ζήτημα που πραγματεύεται το συγκεκριμένο βιβλίο είναι ο ρόλος της θρησκείας, της ταυτότητας και της εξουσίας στη διαμόρφωση εξωτερικών πολιτικών», δήλωσε ο Οζτούρκ στην διαδικτυακή εφημερίδα Ahval News σε πρόσφατη συνέντευξη του.  

Εξήγησε στην Ahval ότι η έμπνευση του για την έρευνα γύρω από αυτό το βιβλίο προήλθε από το γεγονός ότι οι εξελίξεις στην Τουρκία προκάλεσαν την αύξηση της προσοχής πολλών ντόπιων των Βαλκανίων. Ενώ λοιπόν ο Οζτούρκ ταξίδεψε γύρω από όλη την περιοχή των Βαλκανίων για το βιβλίο του, αυτό επικεντρώνεται ιδιαιτέρως σε τρεις χώρες: την Αλβανία, τη Βόρεια Μακεδονία και τη Βουλγαρία. 

Όλες αυτές οι χώρες έχουν κάποιες ομοιότητες ως μέλη του ΝΑΤΟ ενώ όλες αποτελούν πρώην εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ωστόσο, ο Οζτούρκ δήλωσε πως διάλεξε αυτές τις τρεις χώρες καθώς κάθε μία από αυτές  προσκάλεσε την Τουρκική Διεύθυνση Θρησκευτικών Υποθέσεων, γνωστή ως Ντιγιανέτ, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990.  

«Παρόλο που υπάρχουν επίσημες πρεσβείες της Τουρκίας στις βαλκανικές χώρες, μονάχα αυτές οι τρεις έχουν αποδεχτεί την παρουσία της στο εσωτερικό τους μέσω της Ντιγιανέτ», δήλωσε. 

Ο λόγος για τον οποίο είναι τόσο ανοιχτές ως προς την παρουσία της Ντιγιανέτ έγκειται στην εμπιστοσύνη που οι ίδιες τρέφουν προς τη λαϊκή ή κοσμική ταυτότητα του κράτους της Τουρκίας, ταυτότητα την οποία ακολούθησε μια ήπια μορφή του Ισλάμ. Η βασιλεία του Προέδρου Ρετζέπ Ταγιπ Ερντογάν είδε την εμβέλεια της Ντιγιανέτ να επεκτείνεται την ίδια στιγμή που η χώρα άρχισε να αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο καθορίζεται η ταυτότητα του κράτους.   

Ο Οζτούρκ ανέφερε ότι η κοσμική ταυτότητα είχε ιδιαίτερη απήχηση, ωστόσο η θρησκευτική ήπια δύναμη στη σημερινή Τουρκία έχει συγχωνευθεί με άλλα στοιχεία της κρατικής ταυτότητας της Τουρκίας σήμερα, συμπεριλαμβανομένου του δεξιού λαϊκισμού και της επιθετικής εξωτερικής πολιτικής της.

« Το ΑΚΡ έχει συνειδητοποιήσει ότι η δυτική κοσμική εξωτερική πολιτική της Τουρκίας δεν εξυπηρετεί τα νέα συμφέροντα ή τις επιθυμίες της χώρας», εξήγησε ο Οζτούρκ.

Αυτό, ισχυρίζεται, ότι θέτει το ερώτημα εάν αυτό χαρακτηρίζεται ως ήπια δύναμη ή κάτι εντελώς διαφορετικό. Άλλες χώρες στην Ευρώπη, όπως η Γαλλία, έχουν υιοθετήσει σκληρότερη γραμμή για τη διάδοση του Ισλάμ από την Τουρκία και έχουν χαρακτηρίσει τη ξένη επιρροή στους εγχώριους Μουσουλμανικούς πληθυσμούς ως δυνητικά απο-σταθεροποιητική.

Ο Οζτούρκ υποστηρίζει ότι η χρήση του Ισλάμ από την Τουρκική κυβέρνηση είναι «αρκετά προβληματική», ωστόσο αναφέρει ότι το να την αποκαλέσει κανείς επικίνδυνη θα είναι «αρκετά φιλόδοξο». Προσθέτει ότι προκαλείται κάποια ανησυχία από τις δραστηριότητες της Τουρκίας στην περιοχή, ωστόσο δεν προκαλεί ρητορική τιτλοποίησης όπως συμβαίνει σε άλλες χώρες.

Υπάρχουν περιορισμοί στη στρατηγική της Τουρκίας για την οικοδόμηση της επιρροής της στα Βαλκάνια μέσω της θρησκείας. Το οθωμανικό παρελθόν της λειτουργεί ως εμπόδιο κατά κάποιο τρόπο, όπως και το γεγονός ότι οι Τούρκοι υπάλληλοι της Ντιγιανέτ που δραστηριοποιούνται στην περιοχή δεν έχουν πάντα τις απαιτούμενες γλωσσικές δεξιότητες, οι οποίες θα τους βοηθούσαν στην εργασία τους. 

Μια άλλη διάσταση σε αυτό, είναι ο πολυσύχναστος χώρος χρήσης του Ισλάμ ως ήπιο όργανο εξουσίας. Σε αυτό το έργο, ο Οζτούρκ αναφέρει ότι η Τουρκία αντιμετωπίζει σκληρό ανταγωνισμό από τη Σαουδική Αραβία και άλλους που επενδύουν επίσης στις  Μουσουλμανικές κοινότητες των Βαλκανίων. Τον χαρακτήρισε «τεράστιο διαγωνισμό» με το δικό του «ξεχωριστό κοινό» το οποίο λαμβάνει το Ισλάμ κάθε χώρας.

Σε αυτό το επίπεδο, ο Ozturk σημειώνει ότι προκύπτει επίσης ένας ακόμα περιορισμός και αυτός είναι η τοπική αντίληψη και των δύο χωρών που τείνει να είναι αρνητική. Και οι δύο χώρες θεωρούνται αυταρχικά κράτη με επικεφαλείς προσωπικότητες που στιγματίζονται ως αναξιόπιστες διεθνώς, γεγονός που μπορεί να επιφέρει επιπτώσεις στο έργο τους στην περιοχή.  

«Δεν θα υπάρξει νικητής σε αυτό το παιχνίδι καθώς όλες αυτές οι χώρες φέρνουν προβληματικές αποσκευές», δήλωσε ο Οζτούρκ.