Την τουρκική… μοναξιά σε σχέση με την αξίωση για την αλλαγή της μορφής λύσης, αποκαλύπτει το έντονο παρασκήνιο που εκτυλίχθηκε στην Γενεύη. Και μπορεί να μην υπήρξε συγκεκριμένο αποτέλεσμα, εντούτοις προέκυψαν σημαντικά δεδομένα τα οποία πρέπει να αξιοποιηθούν στο έπακρον από την ελληνοκυπριακή πλευρά.

Το πρώτο είναι η ξεκάθαρη τοποθέτηση της διεθνούς κοινότητας υπέρ της ομοσπονδιακής λύσης. Αμέσως μετά την κατάθεση της πρότασης Τατάρ (με την υπογραφή της Άγκυρας) για δύο κράτη, τα πέντε μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας έσπευσαν να του κόψουν τη φόρα. Η κατηγορηματική απόρριψη έχει διπλή αξία αν αναλογιστεί κανείς ότι το πρώτο βήμα που αναφέρει στην πρότασή του ο Τουρκοκύπριος ηγέτης είναι η υιοθέτηση σχετικού ψηφίσματος.

Άξιο αναφοράς είναι το γεγονός ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έμειναν μόνο στα λόγια, αφού σύμφωνα με πληροφορίες εκδηλώθηκε ουσιαστική πρωτοβουλία προς τα Ηνωμένα Έθνη. Η Ουάσινγκτον διεμήνυσε στον Οργανισμό πως δεν πρόκειται να συνηγορήσει στην αλλαγή της μορφής λύσης, κάτι που σε ένα μεγάλο βαθμό επηρέασε τη στάση του Γενικού Γραμματέα. Αρχικά επιχείρησε μια κάποια γεφύρωση, απορρίπτοντας ωστόσο την τουρκική μαξιμαλιστική θέση. Μετά την παρέμβαση από την Ουάσινγκτον, τράβηξε κόκκινη γραμμή.

Καίρια υπήρξε και η παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς την τουρκική πλευρά. Όπως έγινε γνωστό, ο Ζοζέπ Μπορέλ απέστειλε μήνυμα προς τον Τούρκο Υπουργό Εξωτερικών προειδοποιώντας τον ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η πρόταση για τα δύο κράτη. Πηγές από την ελληνοκυπριακή πλευρά αναφέρουν πως αυτή η παρέμβαση ενόχλησε σφόδρα τον Μεβλούτ Τσαβούσογλου.

Πώς φτάσαμε στη νέα άτυπη

Αναζητώντας σανίδα σωτηρίας ο Αντόνιο Γκουτέρες παρέθεσε από την πρώτη στιγμή ενώπιον των δύο ηγετών τις τρεις επιλογές. Η πρώτη είχε να κάνει με την επιστροφή της εντολής του στο Συμβούλιο Ασφαλείας. Η τουρκική πλευρά εσφαλμένως θεωρούσε ότι αυτή η επιλογή θα την βόλευε, γιατί θα άνοιγε το δρόμο για να εξεταστεί η πρόταση της. Σ’ αυτή την περίπτωση το λόγο θα λάμβαναν τα μέλη του συμβουλίου ασφαλείας, τα οποία έδειξαν τις προθέσεις τους.

Η δεύτερη επιλογή ήταν ο διορισμός ενός ειδικού αντιπροσώπου, που μαζί με εκπροσώπους των πέντε μερών θα αναλάμβαναν να προετοιμάσουν το έδαφος για μια σύνοδο επίσημων διαπραγματεύσεων. Εγχείρημα εξαιρετικά δύσκολο λόγω του χάσματος μεταξύ των θέσεων Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Η δική μας πλευρά είχε αποδεχτεί την επιλογή, την οποία απέρριψαν Τουρκία και κατεχόμενα, καθώς θεωρούσαν πως αυτό θα σήμανε αναβάθμιση της διαδικασίας.

Κάπως έτσι υπήρξε κατάληξη στην τρίτη επιλογή, που ήταν η επικρατέστερη πριν ακόμη φτάσουν οι αντιπροσωπείες στην ελβετική πόλη. Να συνεχιστεί η συζήτηση σε μια νέα άτυπη σύνοδο, αφού μεσολαβήσει μια περίοδος περισυλλογής και ίσως αναδίπλωσης. Το ερώτημα είναι πότε ακριβώς θα μπορεί να γίνει αυτή η σύνοδος, με δεδομένη τη διαφωνία των δύο μερών. Η ελληνοκυπριακή πλευρά θέλει ένα ραντεβού πριν από τη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ τον Ιούνιο. Η τουρκική πλευρά θέλει ακριβώς το αντίθετο, νομίζοντας ότι θα λάβει τα «δώρα» που της υποσχέθηκαν εάν λειτουργήσει με εποικοδομητικό τρόπο. Κάτι τέτοιο δεν θα γίνει, υποστηρίζουν κοινοτικές πηγές αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο αναβολής των αποφάσεων για τα ευρωτουρκικά. Αλλά λένε πως είναι νωρίς ακόμη για συμπεράσματα.

Πάντως ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ έθεσε ένα πλαίσιο 2-3 μηνών και εξέφρασε την πρόθεση του να γίνει η σύνοδος στην έδρα του διεθνούς οργανισμού.