Τρίτη, 20/01/2026
Καιρός
Αν. Μακεδονίας και Θράκης
x

Top 5 This Week

Related Posts

Εκτενής μελέτη του Center for European Policy Analysis (CEPA): Ρωσία και υβριδικές απειλές

Η συζήτηση για τις ρωσικές υβριδικές απειλές συχνά «σκοντάφτει» σε μια παρεξήγηση: ότι πρόκειται για σποραδικά επεισόδια, για μεμονωμένα συμβάντα κυβερνοεπιθέσεων ή προπαγάνδας, που αντιμετωπίζονται με τεχνικές άμυνες και καλύτερη ενημέρωση του κοινού. Εκτενής μελέτη του Center for European Policy Analysis (CEPA) με τίτλο “The Hybrid Threat Imperative: Deterring Russia Before it is Too Late”, με συγγραφέα τον Λιθουανό διπλωμάτη Eitvydas Bajarūnas τεκμηριώνει το αντίθετο: ο υβριδικός πόλεμος δεν είναι διακοπή της «κανονικότητας», αλλά μόνιμο χαρακτηριστικό της ρωσικής στρατηγικής με ρίζες στα σοβιετικά «ενεργά μέτρα» και με σύγχρονους επιταχυντές την τεχνητή νοημοσύνη, τη χειραγώγηση πληροφοριών και τις κυβερνοεπιχειρήσεις.

Το κεντρικό μήνυμα είναι ότι όσο και αναγκαία και αν είναι η ανθεκτικότητα, δεν αρκεί. Η θωράκιση υποδομών, η κυβερνοασφάλεια, η εκπαίδευση των πολιτών στην αναγνώριση παραπληροφόρησης, η οργανωτική ετοιμότητα του κράτους, όλα αυτά μειώνουν ζημίες. Όμως, δεν αλλάζουν τους υπολογισμούς κόστους–οφέλους του Κρεμλίνου.

Η Ρωσία εκμεταλλεύεται τη «γκρίζα ζώνη» κάτω από το κατώφλι του πολέμου, εκεί όπου η απόδοση ευθύνης είναι δύσκολη, οι αντιδράσεις αργές, οι σύμμαχοι διαφωνούν για το μέτρο της απάντησης και οι δημοκρατίες διστάζουν να κινηθούν επιθετικά για να μη διακινδυνεύσουν κλιμάκωση ή να μη θίξουν δικές τους αρχές.

Η λογική του «υβριδικού»: ένα συνεχές πίεσης, όχι ένα μεμονωμένο χτύπημα

Η μελέτη χρησιμοποιεί μια εύστοχη αναλογία: όπως ένα υβριδικό όχημα αλλάζει «αθόρυβα» μεταξύ βενζίνης και ηλεκτρισμού, έτσι και ο υβριδικός πόλεμος αλλάζει μορφή χωρίς σαφή διαχωρισμό μεταξύ ειρήνης και πολέμου. Εκστρατείες πληροφοριακής χειραγώγησης γίνονται κυβερνοεπιθέσεις, που στη συνέχεια μετατρέπονται σε επιχειρήσεις πολιτικής επιρροής, οικονομικό εξαναγκασμό ή συγκεκαλυμμένη δολιοφθορά. Το αποτέλεσμα δεν είναι απαραίτητα ένα μεγάλο σοκ, αλλά η διαρκής αποσταθεροποίηση: μια πίεση που φθείρει την εμπιστοσύνη, δοκιμάζει αντανακλαστικά, εξαντλεί πόρους και, κυρίως, «εκπαιδεύει» τις κοινωνίες στη σύγχυση.

Η μελέτη αναφέρεται ενδεικτικά σε περιστατικό εισόδου drones πάνω από την Πολωνία τον Σεπτέμβριο του 2025 ως παράδειγμα «πολυεπίπεδης» απειλής: το ίδιο γεγονός μπορεί να εμφανιστεί ως τεχνικό λάθος ή μικρή παραβίαση, αλλά στο υβριδικό πλαίσιο συνδυάζεται με πιθανές παρεμβολές/κυβερνοπαρεμβάσεις, παράλληλες επιχειρήσεις στα social media και διπλωματική ασάφεια, ώστε να υπονομεύσει αντίληψη και κυριαρχία χωρίς να παράγει καθαρό κατώφλι στρατιωτικής απάντησης.

Εδώ βρίσκεται και η «παγίδα»: κάθε επιμέρους ενέργεια μπορεί να φαίνεται διαχειρίσιμη. Όμως το σωρευτικό αποτέλεσμα, η ταυτόχρονη πίεση σε πολλαπλούς τομείς, δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου κανένα μεμονωμένο συμβάν δεν «αξίζει» την κλιμάκωση, αλλά όλα μαζί διαβρώνουν τη συνοχή.

Η μελέτη τονίζει ότι η Ρωσία αξιοποιεί την εύλογη άρνηση ευθύνης και την αποκεντρωμένη εκτέλεση για να δυσκολεύει την απόδοση και να καθυστερεί την αντίδραση. Η στρατηγική στόχευση δεν είναι μόνο υλική (υποδομές) αλλά και θεσμική/ψυχολογική: η υπονόμευση εμπιστοσύνης στους θεσμούς και η κόπωση της κοινωνίας.

Γιατί οι υβριδικές απειλές είναι «στρατηγική προτεραιότητα» και όχι δευτερεύον ζήτημα

Κατά τον συγγραφέα, οι υβριδικές επιχειρήσεις της Ρωσίας δεν είναι «παράπλευρο» εργαλείο του πολέμου στην Ουκρανία, αλλά προέκταση μιας μακράς αντιπαράθεσης Ρωσίας–Δύσης και ενός στόχου αποδόμησης της μεταψυχροπολεμικής τάξης. Η μελέτη επισημαίνει ότι ακόμα και σε ένα υποθετικό σενάριο εκεχειρίας στην Ουκρανία, ο υβριδικός πόλεμος εκτός ουκρανικού θεάτρου θα συνεχιστεί: δολιοφθορές, κυβερνοεπιχειρήσεις, επιχειρήσεις επιρροής και εκστρατείες «κόπωσης» θα παραμείνουν λειτουργικά, επειδή είναι φθηνά εργαλεία με υψηλή πολιτική απόδοση.

Η τεχνολογία, όπως υπογραμμίζει η έκθεση, αλλάζει την κλίμακα: ένα deepfake ή μια αυτοματοποιημένη εκστρατεία παραπληροφόρησης μπορεί να φτάσει σε εκατομμύρια μέσα σε ώρες, επιταχύνοντας τη διάβρωση εμπιστοσύνης. Στο υβριδικό πεδίο, ο χρόνος είναι κρίσιμος: οι δημοκρατίες χρειάζονται διαδικασίες, αποδείξεις, νομιμοποίηση και συνεννόηση· ο επιτιθέμενος χρειάζεται ταχύτητα, ασάφεια και διασπορά σύγχυσης.

Ειδικό βάρος δίνεται στην εμπειρία των Βαλτικών χωρών (Εσθονία, Λετονία, Λιθουανία) και της Ανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ, όπου η ιστορική μνήμη και η γεωγραφική εγγύτητα με τη Ρωσία έχουν οδηγήσει σε «θεσμοποιημένη επαγρύπνηση». Η λογική είναι ότι αυτές οι χώρες λειτουργούν ως εργαστήριο πολιτικών: δοκιμάζουν μοντέλα whole-of-government και whole-of-society, επενδύουν στη στρατηγική επικοινωνία, χτίζουν μηχανισμούς ταχείας απόδοσης ευθύνης, και συνδέουν την άμυνα με τον πολιτικό και κοινωνικό ιστό.

Το ρωσικό «οπλοστάσιο» της γκρίζας ζώνης: τι περιλαμβάνει

Η μελέτη καταγράφει ένα πλέγμα μεθόδων που λειτουργούν συμπληρωματικά:

  1. Στρατηγικές αφηγήσεις και προπαγάνδα. Κρατικά μέσα και δίκτυα παραπληροφόρησης (με ενίσχυση από bots και εργαλεία AI) προσαρμόζουν μηνύματα σε τοπικά ακροατήρια: οικονομική δυσπραγία, ιστορική παραχάραξη, αντι-αποικιοκρατικά μοτίβα προς τον Παγκόσμιο Νότο, με στόχο τη διάσπαση της δυτικής ενότητας. Η μελέτη αναδεικνύει ως σημαντικό στοιχείο το «οικοσύστημα» διάχυσης και όχι μόνο το περιεχόμενο.
  2. Κυβερνοεπιχειρήσεις. Από κλοπή δεδομένων έως διακοπές υπηρεσιών και δημιουργία πανικού, οι κυβερνοεπιθέσεις λειτουργούν ως υποστήριξη ευρύτερων στόχων και συχνά συνδέονται χρονικά με πολιτικές ή στρατιωτικές κινήσεις.
  3. Δολιοφθορές και διατάραξη κρίσιμων υποδομών. Η έκθεση δίνει έμφαση στην αυξανόμενη σημασία της θαλάσσιας/υποθαλάσσιας διάστασης (καλώδια, αγωγοί, ενεργειακές και τηλεπικοινωνιακές αρτηρίες). Εδώ, η δυσκολία απόδειξης και ο χαρακτήρας «ατυχήματος» που μπορεί να αποδοθεί σε πολλά γεγονότα, εξυπηρετούν το μοντέλο της γκρίζας ζώνης.
  4. Πολιτική παρέμβαση και κοινωνική αποσταθεροποίηση. Επιδίωξη πόλωσης, ενίσχυση ακραίων ή διχαστικών δυνάμεων, εργαλειοποίηση υπαρχουσών κοινωνικών ρηγμάτων. Το κλειδί, όπως υπογραμμίζεται, δεν είναι η «εφεύρεση» διαιρέσεων, αλλά η εκμετάλλευση όσων ήδη υπάρχουν.
  5. Οπλοποίηση της μετανάστευσης. Η εργαλειοποίηση μεταναστευτικών ροών μπορεί να δοκιμάσει συνοχή, να ενισχύσει αντιπαραθέσεις εντός ΕΕ και να δημιουργήσει πολιτικό κόστος στις κυβερνήσεις.
  6. Οικονομικός εξαναγκασμός και ενεργειακή χειραγώγηση. Ιδίως όπου υπάρχουν εξαρτήσεις, η οικονομία γίνεται μοχλός πολιτικής πίεσης.
  7. Νομικά και ηθικά «κενά» (lawfare). Χρήση δικαστικών/νομικών διαδικασιών για φίμωση, καθυστέρηση, απονομιμοποίηση ή απορρόφηση πόρων (π.χ. αγωγές δυσφήμησης, πίεση προς δημοσιογράφους, κ.ά.).

Το σημαντικό στην ανάγνωση της μελέτης είναι ότι αυτά δεν αντιμετωπίζονται ως «λίστα απειλών», αλλά ως συνδυαστική στρατηγική: μια μηχανή χαμηλού κόστους που επιδιώκει υψηλό πολιτικό αποτέλεσμα.

Το πρόβλημα της Δύσης: απόδοση ευθύνης, κατώφλια και πολιτική ταχύτητα

Η μελέτη είναι ιδιαίτερα αυστηρή σε ένα σημείο: η Δύση έχει επενδύσει σημαντικά στην ανθεκτικότητα, αλλά παραμένει αμήχανη σε τρία κρίσιμα επίπεδα.

Πρώτον, στην απόδοση ευθύνης (attribution). Η υβριδική δράση χρησιμοποιεί proxies, εταιρείες-κέλυφος, «εγκληματικά» δίκτυα, τεχνικά ίχνη που σβήνονται, πληροφοριακό θόρυβο. Χωρίς αξιόπιστη απόδοση, δυσκολεύει η πολιτική νομιμοποίηση για αντίποινα και δημιουργείται παράθυρο ατιμωρησίας.

Δεύτερον, στα κατώφλια αντίδρασης. Εφόσον πολλά επεισόδια μένουν κάτω από το Άρθρο 5, οι κυβερνήσεις συχνά αμφιταλαντεύονται για το τι «δικαιούται» να απαντηθεί δυναμικά και πώς.

Τρίτον, στην ταχύτητα και στη συνοχή. Η δημοκρατική διαδικασία είναι δύναμη, αλλά σε υβριδικές κρίσεις μπορεί να γίνει αδυναμία: ο αντίπαλος κινείται γρήγορα, ενώ οι σύμμαχοι χρειάζονται συντονισμό, κοινή θέση και διαμοιρασμό πληροφοριών.

Η έκθεση, ωστόσο, δεν υποστηρίζει ότι οι δημοκρατίες πρέπει να μιμηθούν τον αντίπαλο. Αντιθέτως, προειδοποιεί ότι συμμετρικές απαντήσεις (π.χ. παραπληροφόρηση ως απάντηση στην παραπληροφόρηση) μπορούν να υπονομεύσουν τις ίδιες τις δημοκρατικές αρχές και να οδηγήσουν σε αυτοτραυματισμό.

Η λύση, κατά τον συγγραφέα, είναι ασύμμετρη αλλά νόμιμη επιβολή κόστους: αξιοποίηση οικονομικών, νομικών, διπλωματικών και κυβερνοεργαλείων, με τρόπο που διατηρεί το κράτος δικαίου και τη συμμαχική ενότητα.

Από την «ανθεκτικότητα» στην «αποτροπή»: το κεντρικό δόγμα της μελέτης

Το πιο κομβικό σημείο της έκθεσης είναι η μετατόπιση από την παθητική άμυνα προς την ενεργητική αποτροπή. Ο Bajarūnas υποστηρίζει ότι οι δυτικές κυβερνήσεις πρέπει να υιοθετήσουν έναν συνδυασμό:

  • Deterrence-by-denial (αποτροπή μέσω άρνησης): να μειώνουν την πιθανότητα επιτυχίας των υβριδικών ενεργειών, μέσω ανθεκτικότητας, προστασίας υποδομών, κυβερνοάμυνας, ενημερωτικής παιδείας, σχεδίων συνέχειας λειτουργιών.
  • Deterrence-by-punishment (αποτροπή μέσω τιμωρίας): να αυξάνουν το κόστος των υβριδικών ενεργειών ώστε να μην «αξίζουν» για τη Μόσχα, μέσω κυρώσεων, διπλωματικών απελάσεων, κυβερνοαντιμέτρων, δικαστικών ενεργειών και στοχευμένων μέτρων κατά δικτύων επιρροής.

Η διατύπωση είναι κατηγορηματική: η ανθεκτικότητα από μόνη της δεν σταματά τον υβριδικό πόλεμο. Μπορεί να βοηθήσει την κοινωνία να αντέξει, αλλά δεν θα κάνει τον αντίπαλο να σταματήσει.

Για να υπάρξει πραγματική αποτροπή, πρέπει το Κρεμλίνο να αντιμετωπίζει έναν σταθερό κανόνα: κάθε υβριδική ενέργεια να ενεργοποιεί συνέπειες που υπερβαίνουν τα πιθανά οφέλη.

Οι τρεις αρχές της αποτροπής: αξιοπιστία, ικανότητα, επικοινωνία

Η μελέτη επιμένει σε ένα κλασικό τρίπτυχο, προσαρμοσμένο στη γκρίζα ζώνη:

  1. Αξιοπιστία: η βούληση να επιβληθεί κόστος δεν μπορεί να είναι θεωρητική. Αν οι «κόκκινες γραμμές» διαρκώς μετακινούνται ή δεν εφαρμόζονται, ο αντίπαλος προσαρμόζεται και κλιμακώνει.
  2. Ικανότητα: χρειάζονται πραγματικά εργαλεία (οικονομικά, νομικά, υπηρεσιακά, επιχειρησιακά), προετοιμασμένα για ταχεία ενεργοποίηση.
  3. Επικοινωνία: οι αντίπαλοι πρέπει να κατανοούν εκ των προτέρων τι θα προκαλέσει την απάντηση — αλλά και οι κοινωνίες/σύμμαχοι να βλέπουν συνοχή, συνέπεια και σχέδιο. Η στρατηγική επικοινωνία δεν είναι «PR». Είναι στοιχείο αποτροπής.

Σε αυτό το πλαίσιο, η έκθεση δίνει χώρο και στη λεγόμενη «στρατηγική ασάφεια»: η Δύση δεν χρειάζεται να προαναγγέλλει κάθε βήμα της. Μερικές φορές, η αβεβαιότητα για το πώς θα απαντήσει (αλλά με βεβαιότητα ότι θα απαντήσει) αυξάνει τον αποτρεπτικό παράγοντα.

Τι προτείνει πρακτικά: ένα «εγχειρίδιο» τιμωρητικών μέτρων

Η μελέτη καταγράφει ένα πλέγμα εφαρμόσιμων επιλογών, με στόχο να είναι πολιτικά και νομικά αξιοποιήσιμες:

Δημόσια απόδοση ευθύνης και “naming-and-shaming”. Η δημόσια αποκάλυψη υβριδικών ενεργειών, όταν υποστηρίζεται από αξιόπιστα στοιχεία, μειώνει την αξία της εύλογης άρνησης και αυξάνει το κόστος φήμης/νομιμοποίησης.

Ενισχυμένη ανταλλαγή πληροφοριών ΝΑΤΟ–ΕΕ. Η έκθεση θεωρεί κρίσιμη την ενοποίηση της εικόνας απειλής και την τυποποίηση πρωτοκόλλων, ώστε να μειωθεί ο χρόνος μεταξύ συμβάντος–απόδοσης–απάντησης.

Θαλάσσια ασφάλεια και προστασία υποδομών. Επενδύσεις σε επιτήρηση, drones, αισθητήρες, αξιοποίηση δεδομένων AIS και ανίχνευση «ανωμαλιών» με χρήση τεχνολογιών, αλλά και θεσμικές διαδικασίες που επιτρέπουν αυστηρότερους ελέγχους σε ύποπτα πλοία.

Στόχευση του ρωσικού “shadow fleet”. Η μελέτη αναφέρει ότι ήδη επιβάλλονται κυρώσεις σε στοιχεία που συνδέονται με το «σκιώδη στόλο» της Ρωσίας και τον θεωρεί κρίσιμο πεδίο πίεσης, τόσο για παρακάμψεις κυρώσεων όσο και για κινδύνους δολιοφθοράς σε θαλάσσιες υποδομές.

Στοχευμένες οικονομικές κυρώσεις και δέσμευση περιουσιακών στοιχείων. Όχι μόνο σε κρατικούς αξιωματούχους αλλά και σε ελίτ, ενδιάμεσους, εταιρικές δομές, υπηρεσίες logistics και ασφαλιστικά/ναυτιλιακά «στηρίγματα» δικτύων.

Διπλωματικές απελάσεις και περιορισμός προνομίων. Η έκθεση αντιμετωπίζει τις απελάσεις όχι ως συμβολική κίνηση αλλά ως εργαλείο αποδόμησης δικτύων πληροφοριών, ιδίως όταν γίνονται συντονισμένα.

Νομικά εργαλεία. Κατηγορητήρια, διαδικασίες κατά κυβερνοδραστών, υποθέσεις εκλογικής παρέμβασης: το μήνυμα είναι ότι η γκρίζα ζώνη δεν είναι ζώνη ανομίας, και ότι ο νόμος μπορεί να λειτουργήσει ως τιμωρητικό εργαλείο.

Διάλυση δικτύων παραπληροφόρησης. Συνεργασία κράτους–πλατφορμών–fact-checkers, διαφάνεια, και δράσεις που μειώνουν την επιχειρησιακή ικανότητα των δικτύων (όχι μόνο διάψευση, αλλά αποδυνάμωση υποδομής).

Συνέχιση και προσαρμογή στρατιωτικής παρουσίας/ετοιμότητας. Η έκθεση υπογραμμίζει την ανάγκη συνέχισης της Enhanced Forward Presence και ασκήσεων, ενώ προτείνει σενάρια δοκιμών για υποθαλάσσιες δολιοφθορές και επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές.

Ο κρίσιμος συντονισμός ΝΑΤΟ–ΕΕ: «κλείδωμα» κενών και ενιαίο μέτωπο

Η μελέτη δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στη συνέργεια των δύο οργανισμών. Το ΝΑΤΟ διαθέτει εμπειρία σε θέματα στρατιωτικά και κυβερνοεργαλεία. Η ΕΕ διαθέτει οικονομικούς, ρυθμιστικούς και νομικούς μοχλούς μεγάλης ισχύος: κυρώσεις, έλεγχο επενδύσεων, πρόσβαση στην ενιαία αγορά, κανονισμούς για πλατφόρμες και χρηματοοικονομική επιτήρηση. Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι μόνο μια ευθυγράμμιση αυτών των εργαλείων μπορεί να κλείσει τα «παράθυρα» που εκμεταλλεύεται τώρα η Ρωσία: διαφωνίες, διαφορετικά κατώφλια, αργές δημοκρατικές διαδικασίες, ασύνδετες αποφάσεις.

Η λογική είναι να πάψει η Δύση να λειτουργεί προειδοποιητικά και να λειτουργεί προνοητικά. Αντί για γενικές δηλώσεις περί «συνεπειών», η έκθεση προτείνει έγκαιρη επιβολή κόστους, ώστε ο υβριδικός πόλεμος να καταστεί «χαμένη επιλογή».

Η «έντιμη» αποτίμηση: τι λέει και τι δεν λέει η μελέτη

Η έκθεση είναι πειστική ως προς την ανάγκη αλλαγής στάσης, αλλά δεν παρουσιάζει μαγικές λύσεις και αυτό είναι ένα από τα πιο χρήσιμα στοιχεία της. Αναγνωρίζει ότι:

  • Η απόδοση ευθύνης δεν θα είναι ποτέ τέλεια.
  • Οι σύμμαχοι δεν θα συμφωνούν πάντα στα ίδια κατώφλια.
  • Η «συμμετρική» απάντηση συχνά είναι προβληματική και αργή στις δημοκρατίες.
  • Η κλιμάκωση είναι πραγματικός κίνδυνος και απαιτεί αναλογικότητα.
  • Πολλά μέτρα είναι δύσκολο να υιοθετηθούν ομοιόμορφα σε επίπεδο ΕΕ/ΝΑΤΟ, λόγω πολιτικών και θεσμικών περιορισμών.

Ωστόσο, η μελέτη επιμένει ότι η σημερινή κατάσταση, δηλαδή μια Δύση που «απορροφά» χτυπήματα αλλά δεν επιβάλλει επαρκές κόστος, είναι χειρότερη από την προσεκτικά σταθμισμένη δράση. Η ατιμωρησία λειτουργεί ως πρόσκληση για περισσότερη επιθετικότητα.

Η υβριδική σύγκρουση ως «μόνιμη κατάσταση» και η ανάγκη στρατηγικής διαύγειας

Το τελικό συμπέρασμα της μελέτης είναι ότι οι δημοκρατίες δεν μπορούν πλέον να αντιμετωπίζουν τον υβριδικό πόλεμο ως σειρά μεμονωμένων περιστατικών. Πρέπει να τον δουν ως συστημική εκστρατεία με στρατηγική πρόθεση, μια διαρκή, πολυτομεακή αντιπαράθεση, στην οποία ο αντίπαλος δοκιμάζει όρια, ενισχύει ρήγματα και επιδιώκει να φθείρει τη συνοχή χωρίς να δώσει «καθαρό» λόγο στρατιωτικής απάντησης.

Αν η Ρωσία λειτουργεί με τη λογική «αν μπορούμε να δρούμε με ατιμωρησία, θα το κάνουμε», τότε το ζητούμενο για τη Δύση είναι να αλλάξει τον κανόνα λειτουργίας του περιβάλλοντος: όχι μόνο άμυνα, αλλά αποτροπή· όχι μόνο ανθεκτικότητα, αλλά και αξιόπιστη τιμωρία· όχι μόνο δηλώσεις, αλλά έγκαιρες συνέπειες. Και όλα αυτά, υπογραμμίζει ο συγγραφέας, πρέπει να είναι θεμελιωμένα στο κράτος δικαίου, γιατί μόνο έτσι διατηρούνται νομιμοποίηση, ενότητα και σταθερότητα, τα στοιχεία δηλαδή που ο υβριδικός πόλεμος προσπαθεί να διαβρώσει.

Σημείωση δεοντολογίας/απόδοσης: Το κείμενο αποτελεί δημοσιογραφική σύνοψη της μελέτης του CEPA και δεν αναπαράγει αυτούσιο το πρωτότυπο. Οι βασικές διατυπώσεις και ο πυρήνας των συμπερασμάτων αποδίδονται στον συγγραφέα της έκθεσης, Eitvydas Bajarūnas, όπως δημοσιεύθηκαν στο CEPA