*Γράφει η Μαρωβήτα Νικολαϊδου, Πολιτικός Επιστήμων – Επικοινωνιολόγος
Καθώς η διεθνής συζήτηση περιστρέφεται πια γύρω από το «πώς» και όχι το «αν» θα προκύψει κάποια στιγμή διευθέτηση στον πόλεμο της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας, η Τουρκία κινείται αθόρυβα αλλά μεθοδικά για να κατοχυρώσει τον δικό της ρόλο στην επόμενη μέρα. Στόχος της Άγκυρας δεν είναι μόνο να βρεθεί στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων· είναι να εμφανιστεί ως αναντικατάστατος πάροχος ασφάλειας – ειδικά στη Μαύρη Θάλασσα.
Την ίδια στιγμή, η Τουρκία είναι δεμένη σε ένα περίπλοκο τρίγωνο σχέσεων: με το Κίεβο, τη Μόσχα και την Ουάσιγκτον. Αυτό που για την Άγκυρα είναι πηγή ισχύος – η δυνατότητα να μιλά σε όλους – είναι ταυτόχρονα και το μεγαλύτερο στρατηγικό της δίλημμα.
Από την «δύναμη διασφάλισης» στην τουρκική φιλοδοξία
Η ιδέα μιας ευρωπαϊκής δύναμης διασφάλισης για την Ουκρανία γεννήθηκε το 2025 με γαλλοβρετανική πρωτοβουλία. Αρχικά συζητήθηκε ακόμη και ρόλος «επιβολής ειρήνης». Στην πορεία, οι φιλοδοξίες προσγειώθηκαν: σήμερα μιλάμε κυρίως για αποστολές εκπαίδευσης, επιτήρησης και προστασίας κρίσιμων υποδομών, σε ένα περιβάλλον μετά από κατάπαυση πυρός.
Μέσα σε αυτό το σχήμα, ο Εμανουέλ Μακρόν ονόμασε δημοσίως την Τουρκία, μαζί με τη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, ως πιθανούς βασικούς πυλώνες της μελλοντικής δύναμης. Το μήνυμα ήταν σαφές: η Άγκυρα δεν είναι απλώς περιφερειακός παίκτης, είναι δεύτερη σε μέγεθος στρατιωτική δύναμη του ΝΑΤΟ και, κυρίως, ο πραγματικός «θυρωρός» της Μαύρης Θάλασσας.
Για την Τουρκία, η συμμετοχή σε μια τέτοια δύναμη διασφάλισης προσφέρει τριπλό όφελος:
- Να αποδείξει ότι είναι πυλώνας ασφάλειας και όχι «προβληματικός σύμμαχος».
- Να διατηρήσει ρόλο μεσολαβητή στη σύγκρουση Ουκρανίας–Ρωσίας, αξιοποιώντας τόσο τη στήριξη προς το Κίεβο όσο και τα κανάλια με τη Μόσχα.
- Να κατοχυρώσει την ηγεμονία της στη Μαύρη Θάλασσα, περιορίζοντας όσο μπορεί την παρουσία μη παράκτιων δυνάμεων.
Δεν είναι τυχαίο ότι η Άγκυρα θέτει σαφείς όρους: θα συμμετάσχει μόνο εάν υπάρχει εκεχειρία και εάν η εντολή της δύναμης εξαιρεί ρητά πολεμικές επιχειρήσεις. Θέλει ρόλο εγγυητή, όχι μέρους της σύγκρουσης.
Η Μαύρη Θάλασσα ως κλειδί: οικονομία, τρόφιμα, ασφάλεια
Πριν από τον πόλεμο, περίπου το 90% των ουκρανικών εξαγωγών σιτηρών περνούσε από τη Μαύρη Θάλασσα. Η δίοδος αυτή δεν είναι μόνο κρίσιμη για την ουκρανική οικονομία και την ανθεκτικότητα του κράτους σε συνθήκες σύγκρουσης· είναι και στρατηγικός κόμβος παγκόσμιας επισιτιστικής ασφάλειας.
Η Ουκρανία, με τη στήριξη δυτικών πληροφοριών και νέων τεχνολογιών, έχει καταφέρει να αμφισβητήσει τη ρωσική ναυτική υπεροχή, χτυπώντας πλοία και υποδομές της Μαύρης Θάλασσας. Η Ρωσία, αντίστοιχα, προσπαθεί να χρησιμοποιήσει τα λιμάνια και τις θαλάσσιες οδούς ως μοχλό πίεσης προς το Κίεβο και τη Δύση.
Σε αυτό το πλαίσιο, μια μελλοντική δύναμη διασφάλισης δεν μπορεί παρά να έχει ισχυρό ναυτικό σκέλος. Και εδώ μπαίνει στο προσκήνιο η τριάδα:
- Τουρκία
- Ρουμανία
- Βουλγαρία
Οι τρεις χώρες του ΝΑΤΟ που βρέχονται από τη Μαύρη Θάλασσα έχουν άμεσο συμφέρον: εμπορικές ροές, ενεργειακά κοιτάσματα, υποθαλάσσια καλώδια, λιμενικές υποδομές. Ήδη από το 2024 έχουν ενεργοποιήσει κοινή δύναμη εκκαθάρισης ναρκών, ενώ συζητούν την επέκταση του ρόλου της στην προστασία θαλάσσιων διαδρόμων και κρίσιμων υποδομών.
Ωστόσο, οι στόχοι τους δεν συμπίπτουν πλήρως. Η Ρουμανία, ειδικά, επιθυμεί ισχυρότερη δυτική παρουσία στη Μαύρη Θάλασσα. Η Τουρκία, αντίθετα, προωθεί τη λογική της «περιφερειακής ιδιοκτησίας»: όσο λιγότεροι μη παράκτιοι παίκτες, τόσο καλύτερα για την ίδια.
Η Σύμβαση του Μοντρέ: το νομικό εργαλείο που έγινε στρατηγικό όπλο
Για να κατανοήσει κανείς τη σημερινή τουρκική στρατηγική, πρέπει να επιστρέψει στο 1936. Η Σύμβαση του Μοντρέ για το καθεστώς των Στενών είναι ένα κλασικό παράδειγμα πώς ένα νομικό κείμενο μπορεί να λειτουργήσει ως συσσωρευτής γεωπολιτικής ισχύος.
Η Σύμβαση:
- Δίνει ελευθερία διέλευσης στα εμπορικά πλοία σε καιρό ειρήνης.
- Θέτει σαφείς περιορισμούς στα πολεμικά πλοία, ιδιαίτερα εάν προέρχονται από μη παράκτια κράτη της Μαύρης Θάλασσας.
- Αναγνωρίζει ειδικά δικαιώματα και προνόμια στα κράτη της Μαύρης Θάλασσας.
- Και, καθοριστικά, δίνει στην Τουρκία εξαιρετικές αρμοδιότητες όταν είναι εμπόλεμη, όταν αισθάνεται άμεση απειλή ή όταν πρόκειται για πολεμικά πλοία εμπόλεμων δυνάμεων (Άρθρο 19).
Μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022, ο Ζελένσκι ζήτησε από την Τουρκία να κλείσει τα Στενά στα ρωσικά πλοία. Η Άγκυρα, επικαλούμενη το Άρθρο 19, έκλεισε τη δίοδο για πολεμικά πλοία εμπόλεμων πλευρών, επιτρέποντας όμως –όπως προβλέπει η Σύμβαση– την επιστροφή πλοίων στις βάσεις τους.
Το αποτέλεσμα;
- Η Ρωσία και η Ουκρανία δεν μπορούν να ενισχύσουν εύκολα τις ναυτικές τους δυνάμεις από άλλες θάλασσες.
- Οι μεγάλες δυνάμεις του ΝΑΤΟ έχουν ουσιαστικά αποδεχθεί συγκράτηση της στρατιωτικής τους παρουσίας στη Μαύρη Θάλασσα, σεβόμενες τα όρια του Μοντρέ αλλά και τα «διακριτικά» αιτήματα της Άγκυρας.
Για την Τουρκία, η Σύμβαση του Μοντρέ είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένα νομικό κείμενο: είναι ο θεσμικός μηχανισμός που κατοχυρώνει τον ρόλο της ως «ρυθμιστή» της Μαύρης Θάλασσας.
Ιστορικό βάθος: από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στον Ψυχρό Πόλεμο και την Κριμαία
Η σημερινή ισορροπία δεν διαμορφώθηκε εν κενώ. Στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Τουρκία έμεινε ως επί το πλείστον ουδέτερη και τα Στενά ήταν κλειστά για τις εμπόλεμες δυνάμεις. Αυτό:
- εμπόδισε τη Σοβιετική Ένωση να βγάλει τον στόλο της στη Μεσόγειο
- αλλά και τους Συμμάχους να μπουν στη Μαύρη Θάλασσα
Η Σύμβαση του Μοντρέ λειτούργησε έτσι ως δίκοπο μαχαίρι, αλλά πάντως επιβεβαίωσε τον κεντρικό ρόλο της Άγκυρας.
Μετά τον πόλεμο, ο Στάλιν επιχείρησε να αλλάξει το καθεστώς, ζητώντας:
- πλήρη ελευθερία διέλευσης για τα σοβιετικά πολεμικά πλοία
- αποκλεισμό των μη παράκτιων δυνάμεων
- ακόμη και κοινό έλεγχο των Στενών με την Τουρκία.
Η απάντηση των ΗΠΑ ήταν καθαρά γεωπολιτική: το 1946 έστειλαν το θωρηκτό USS Missouri στην Κωνσταντινούπολη, σηματοδοτώντας την αρχή του Ψυχρού Πολέμου και τη μετατροπή της Τουρκίας σε βασικό σύμμαχο της Δύσης στο νότιο μέτωπο.
Σήμερα, η ιστορία επαναλαμβάνεται με άλλους όρους:
- Η Ρωσία έχει προσαρτήσει παράνομα την Κριμαία και ελέγχει τη βάση της Σεβαστούπολης.
- Η Τουρκία δηλώνει ότι «δεν αναγνωρίζει και ποτέ δεν θα αναγνωρίσει» την προσάρτηση.
- Την ίδια στιγμή, όμως, συνεχίζει να συντονίζει με τη Μόσχα κρίσιμα πεδία, από την ενέργεια μέχρι τη Συρία.
Για την Άγκυρα, η Κριμαία είναι ταυτόχρονα:
- ζήτημα αρχής (σε σχέση και με τους Τατάρους της Κριμαίας)
- αλλά και στοιχείο ενός ευρύτερου παζαριού ισχύος με τη Ρωσία και τη Δύση.
Η τουρκική «ισορροπία» ανάμεσα σε Μόσχα, Κίεβο και Δύση
Ο τρόπος που η Τουρκία τοποθετείται γύρω από το αμερικανικό «ειρηνευτικό σχέδιο» για την Ουκρανία είναι αποκαλυπτικός. Το αμφιλεγόμενο ειρηνευτικό σχέδιο των είκοσι οκτώ σημείων του Προέδρου των ΗΠΑ, το οποίο ευρέως θεωρείται ότι ευνοεί τη Ρωσία και το οποίο έκτοτε έχει μειωθεί σε δεκαεννέα σημεία, μετά από έντονες διαπραγματεύσεις μεταξύ των αμερικανικών και ουκρανικών αντιπροσωπειών στη Γενεύη, ενδέχεται ήδη να έχει πυροδοτήσει μια τέτοια δυναμική.
Ευρωπαίοι ηγέτες, μαζί με τον Καναδά και την Ιαπωνία, υπέγραψαν δήλωση στο περιθώριο της συνόδου της G20 στο Γιοχάνεσμπουργκ ζητώντας σημαντικές αλλαγές στην αρχική εκδοχή του σχεδίου, αψηφώντας τη σκληρή στάση της Ουάσιγκτον και τη σιωπηρή αποδοχή της Μόσχας. Αξιοσημείωτο είναι ότι η Τουρκία επέλεξε να μη συνυπογράψει αυτήν τη δήλωση, υπενθυμίζοντας ότι ο ισορροπιστικός ρόλος της Άγκυρας παραμένει αμετάβλητος. Η Τουρκία, όμως, δεν υπέγραψε.
Η κίνηση αυτή δεν σημαίνει ότι η Άγκυρα στηρίζει άκριτα το σχέδιο, δείχνει όμως δύο πράγματα:
- Θέλει να διατηρήσει πλήρη ελευθερία κινήσεων απέναντι στη Μόσχα.
- Δεν επιθυμεί να βρεθεί δημόσια απέναντι στην Ουάσιγκτον, την ώρα που προσπαθεί να «αναθερμάνει» τη σχέση με τις ΗΠΑ και να βελτιώσει τη θέση της στο ΝΑΤΟ.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η συμμετοχή σε μια δύναμη διασφάλισης για την Ουκρανία λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής ισχύος:
- ενισχύει την εικόνα της Τουρκίας ως χώρας που «φέρνει λύσεις» και όχι μόνο προβλήματα
- αλλά της επιτρέπει και να φιλτράρει την παρουσία άλλων δυνάμεων στη Μαύρη Θάλασσα, επικαλούμενη πάντα τη Σύμβαση Μοντρέ και τον ρόλο της ως παράκτιου κράτους.
Τι σημαίνουν όλα αυτά για την Ευρώπη – και για την Ελλάδα
Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η τουρκική στρατηγική είναι ταυτόχρονα ευκαιρία και πρόκληση:
- Ευκαιρία, γιατί μια Τουρκία που συμβάλλει πραγματικά στην ασφάλεια της Ουκρανίας και της Μαύρης Θάλασσας μπορεί να μειώσει το βάρος από την Ευρώπη και να ενισχύσει τη σταθερότητα σε μια εξαιρετικά εύφλεκτη περιοχή.
- Πρόκληση, γιατί η Άγκυρα χρησιμοποιεί αυτόν τον ρόλο για να ενισχύσει τη διαπραγματευτική της θέση απέναντι σε Βρυξέλλες και Ουάσιγκτον, και αυτό συχνά περνά μέσα από σκληρή πολιτική διαπραγματεύσεων και άρα παραχωρήσεων.
Για την Ελλάδα, κάθε ενίσχυση της τουρκικής «μονοπωλιακής» θέσης στη Μαύρη Θάλασσα αναδεικνύει την ανάγκη για πιο συνεκτική ευρωπαϊκή στρατηγική στην περιοχή.
Η Τουρκία προσπαθεί να πείσει τους πάντες ότι είναι:
- αξιόπιστος σύμμαχος του ΝΑΤΟ,
- αναγκαίος συνομιλητής της Ρωσίας,
- χρήσιμος μεσολαβητής για την Ουκρανία,
- και θεματοφύλακας της ασφάλειας στη Μαύρη Θάλασσα.
Το κατά πόσο μπορεί να υπηρετήσει όλους αυτούς τους ρόλους ταυτόχρονα χωρίς να τους ακυρώσει μένει να αποδειχθεί.
Το βέβαιο είναι ότι, όποια μορφή κι αν πάρει μια μελλοντική συμφωνία για την Ουκρανία, δεν θα υπάρξει «μεταπολεμική αρχιτεκτονική» στη Μαύρη Θάλασσα χωρίς την Τουρκία και χωρίς τη Σύμβαση του Μοντρέ.
Το ερώτημα για την Ευρώπη –και, κατ’ επέκταση, για την Ελλάδα– δεν είναι αν θα δεχθεί αυτή την πραγματικότητα. Είναι αν θα μπορέσει να την διαμορφώσει, αντί απλώς να την υποστεί.
