*Γράφει η Μαρωβήτα Νικολαϊδου, Πολιτικός Επιτήμων – Επικοινωνιολόγος
Το ξημέρωμα του Σαββάτου, η Ουάσιγκτον επέλεξε να μεταφέρει τη σύγκρουσή της με το καθεστώς του Νικολάς Μαδούρο σε μια ζώνη που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν αδιανόητη ακόμη και για τους πιο κυνικούς αναλυτές των διεθνών σχέσεων: στη σύλληψη εν ενεργεία αρχηγού κράτους από ξένη δύναμη, με στρατιωτικά μέσα, και στην εξαγγελία ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα «τρέξουν» τη χώρα έως ότου ολοκληρωθεί μια «ορθή μετάβαση».
Από την «επιβολή του νόμου» στη διακυβέρνηση ξένης χώρας
Η σύλληψη του Μαδούρο δεν είναι απλώς μια κορύφωση της αντιπαράθεσης με μια αυταρχική κυβέρνηση που κατηγορείται εδώ και χρόνια για καταστολή, διαφθορά και εμπλοκή σε παράνομα δίκτυα. Είναι ένα γεγονός που φέρνει στην επιφάνεια ταυτόχρονα τρία δύσκολα, αλληλένδετα πεδία: τη συνταγματική τάξη των ίδιων των ΗΠΑ, το διεθνές δίκαιο και τη στρατηγική λογική της αμερικανικής ισχύος σε μια εποχή όπου η έννοια της κυριαρχίας χρησιμοποιείται, διαστρέφεται και εργαλειοποιείται από όλους.
Η κυβέρνηση Τραμπ επέμεινε να παρουσιάσει την επιχείρηση ως μια μορφή επιβολής του νόμου, στηριγμένη σε αμερικανικά κατηγορητήρια για ναρκωτικά και όπλα. Όμως οι δηλώσεις του ίδιου του προέδρου ότι οι ΗΠΑ σκοπεύουν να «διοικήσουν» τη Βενεζουέλα, έστω προσωρινά, υποχρεώνουν κάθε σοβαρή ανάλυση να μετακινηθεί από το επίπεδο της επικοινωνίας στο επίπεδο της νομιμότητας και των συνεπειών. Διότι εδώ δεν κρίνεται μόνο η τύχη ενός καθεστώτος. Κρίνεται και το προηγούμενο που δημιουργείται για το τι επιτρέπεται να κάνει μια υπερδύναμη, όταν κρίνει ότι η ιστορία τής χρωστά μια «λύση».
Η επιχείρηση «Absolute Resolve» και η αρχιτεκτονική της ισχύος
Σύμφωνα με την επίσημη περιγραφή, ο πρόεδρος Τραμπ έδωσε την εντολή για τη σύλληψη του Μαδούρο αργά την Παρασκευή. Ο στρατηγός Νταν Κέιν, πρόεδρος του Γενικού Επιτελείου των ΗΠΑ, δήλωσε σε συνέντευξη Τύπου ότι η αποστολή, με την κωδική ονομασία «Absolute Resolve», ξεκίνησε άμεσα και ολοκληρώθηκε τις πρώτες πρωινές ώρες του Σαββάτου. Το επιχειρησιακό σκέλος ήταν ενδεικτικό κλίμακας που δύσκολα παραπέμπει σε «καθαρή» αστυνομική επιχείρηση.
Ο στρατηγός Κέιν περιέγραψε μια κινητοποίηση περίπου 150 αεροσκαφών σε όλο το δυτικό ημισφαίριο, με στόχο την εξουδετέρωση της αεράμυνας της Βενεζουέλας, ώστε να μπορέσουν στρατιωτικά ελικόπτερα να μεταφέρουν δυνάμεις στο Καράκας. Η συνολική διάρκεια της επιχείρησης, όπως ανέφερε, ήταν περίπου δύο ώρες και είκοσι λεπτά. Ο Τραμπ παραδέχθηκε δημοσίως ότι οι αμερικανικές δυνάμεις συνάντησαν «σημαντική αντίσταση», ενώ ο στρατηγός Κέιν δήλωσε ότι ο Μαδούρο και η σύζυγός του «παραδόθηκαν» και τέθηκαν υπό κράτηση.
Στη συνέχεια, σύμφωνα με τον Τραμπ, το ζεύγος μεταφέρθηκε στο USS Iwo Jima, ένα από τα αμερικανικά πολεμικά πλοία που επιχειρούσαν στην Καραϊβική. Την ίδια ώρα, το Καράκας κατήγγειλε στρατιωτικές επιθέσεις στην πρωτεύουσα και σε άλλα σημεία της χώρας, ενώ βίντεο που κυκλοφόρησαν και επαληθεύθηκαν από διεθνή μέσα έδειχναν καπνό κοντά στο αεροδρόμιο La Carlota και εκρήξεις που αντιστοιχούσαν σε πλήγματα στην ευρύτερη περιοχή.
Η ίδια η επιχειρησιακή κλίμακα, όμως, δεν είναι το μόνο κομβικό στοιχείο. Είναι και το πολιτικό συμπέρασμα που ο Τραμπ επέλεξε να εξαγγείλει αμέσως μετά: ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα «τρέξουν» τη Βενεζουέλα μέχρι να γίνει αυτό που αποκάλεσε «ασφαλής, ορθή και συνετή μετάβαση». Από εκείνη τη στιγμή, η συζήτηση δεν θα μπορούσε παρά να μεταφερθεί στο ερώτημα: με ποια ακριβώς εξουσία;
«America is going to run Venezuela»: όταν η ρητορική δημιουργεί νομικό κενό
Η πολιτική βαρύτητα της φράσης δεν βρίσκεται μόνο στη γεωπολιτική της πρόκληση, αλλά κυρίως στις νομικές και θεσμικές συνέπειες που επιφέρει. Διότι άλλο είναι να ισχυριστείς ότι συνέλαβες έναν κατηγορούμενο στο πλαίσιο δίωξης για εγκληματικές πράξεις, και άλλο να διακηρύξεις ότι θα ασκήσεις διοίκηση σε κυρίαρχη χώρα, έστω «προσωρινά».
Στο σημείο αυτό, η δημόσια θέση του Τραμπ φάνηκε να στηρίζεται στην ιδέα ότι αρκεί η συνεργασία της αντιπροέδρου του Μαδούρο, της Ντέλσι Ροντρίγκες, ώστε η «διοίκηση» να μην απαιτήσει άμεση αμερικανική στρατιωτική παρουσία. Ερωτηθείς αν αμερικανικά στρατεύματα θα αναπτυχθούν για να βοηθήσουν στη διακυβέρνηση της Βενεζουέλας, απάντησε ουσιαστικά ότι όχι, εφόσον η αντιπρόεδρος «κάνει αυτό που θέλουμε». Η φράση αυτή, όμως, δημιουργεί μεγαλύτερα ερωτήματα από όσα λύνει: τι ακριβώς σημαίνει «να κάνει αυτό που θέλουμε» μια συνταγματικά προβλεπόμενη διάδοχος εξουσίας; Και τι θα συμβεί αν αρνηθεί;
Η καθηγήτρια Ρεμπέκα Ίνγκμπερ, ειδική στο διεθνές δίκαιο και πρώην ανώτατο στέλεχος του αμερικανικού Υπουργείου Εξωτερικών, το διατύπωσε με τρόπο ωμό και χωρίς περιστροφές, ακριβώς επειδή τα ερωτήματα δεν είναι ρητορικά αλλά νομικά: «Αυτό ακούγεται σαν παράνομη κατοχή κατά το διεθνές δίκαιο, και δεν υπάρχει καμία εξουσιοδότηση που να επιτρέπει στον πρόεδρο να το πράξει βάσει του εσωτερικού δικαίου». Και πρόσθεσε κάτι ακόμη πιο κρίσιμο για όσους γνωρίζουν πώς πραγματικά λειτουργεί η αμερικανική διοίκηση: ακόμη κι αν υπήρχε πολιτική βούληση, μια τέτοια «διοίκηση» απαιτεί χρηματοδότηση, άρα περνά υποχρεωτικά από το Κογκρέσο.
Η σύγκριση με τον Παναμά του 1989 επανέρχεται εδώ όχι ως ιστορική παρομοίωση, αλλά ως εργαλείο κατανόησης του τι μπορεί και τι δεν μπορεί να ισχυριστεί μια υπερδύναμη χωρίς να εκτεθεί θεσμικά. Στον Παναμά, ο Γκιγιέρμο Εντάρα, που θεωρήθηκε νικητής των εκλογών πριν ο Νοριέγα ακυρώσει το αποτέλεσμα, ορκίστηκε γρήγορα πρόεδρος σε αμερικανική βάση, αλλά κυβέρνησε ο ίδιος τη χώρα, με αμερικανική στήριξη. Ο Τζορτζ Μπους δεν ισχυρίστηκε ότι οι ΗΠΑ θα διοικούσαν άμεσα τον Παναμά ως δύναμη κατοχής. Η διαφορά δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι ο πυρήνας του προβλήματος.
Ο Χάρτης του ΟΗΕ, το Άρθρο 2(4) και το όριο της βίας
Το δεύτερο μεγάλο πεδίο είναι το διεθνές δίκαιο. Ο Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών, τον οποίο οι ΗΠΑ έχουν επικυρώσει, προβλέπει στο Άρθρο 2(4) ότι ένα κράτος δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει βία στο κυρίαρχο έδαφος άλλου κράτους χωρίς συγκατάθεση, χωρίς αυτοάμυνα ή χωρίς εξουσιοδότηση του Συμβουλίου Ασφαλείας. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η σύλληψη κάποιου «για να δικαστεί» συνιστά πράξη επιβολής του νόμου, όχι αυτοάμυνα.
Αυτό ακριβώς είναι που κάνει τη νομική συζήτηση τόσο οξεία: η επιχείρηση παρουσιάζεται ως law enforcement, αλλά πραγματοποιείται με στρατιωτική ισχύ και χωρίς διεθνή εξουσιοδότηση. Στον Παναμά, η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ είχε χαρακτηρίσει την εισβολή «κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου» και της κυριαρχίας των κρατών. Το γεγονός ότι η ιστορία δεν «τιμώρησε» άμεσα εκείνη την πράξη δεν σημαίνει ότι την νομιμοποίησε. Σημαίνει ότι η ισχύς, συχνά, επιβάλλει σιωπή χωρίς να επιλύει αντιφάσεις.
Όταν οι διεθνείς υποχρεώσεις συναντούν το αμερικανικό Σύνταγμα
Εδώ εμφανίζεται η πιο περίπλοκη διάσταση: πώς μεταφράζεται ο Χάρτης του ΟΗΕ στο αμερικανικό εσωτερικό δίκαιο. Το Σύνταγμα των ΗΠΑ καθιστά τις επικυρωμένες συνθήκες μέρος του «ανώτατου νόμου της χώρας» και επιβάλλει στον πρόεδρο να μεριμνά ώστε οι νόμοι να εφαρμόζονται πιστά. Παρ’ όλα αυτά, νομικές θεωρίες της εκτελεστικής εξουσίας έχουν κατά καιρούς υποστηρίξει ότι ο πρόεδρος μπορεί, σε ορισμένες περιστάσεις, να υπερβεί τα όρια του διεθνούς δικαίου ως προς τη χρήση βίας στο εξωτερικό.
Στον Παναμά, γνωμοδότηση του Office of Legal Counsel του Υπουργείου Δικαιοσύνης είχε υποστηρίξει ότι ο πρόεδρος είχε εγγενή συνταγματική εξουσία να αναπτύξει ακόμη και το FBI στο εξωτερικό για σύλληψη φυγόδικου, ακόμη κι αν μια τέτοια ενέργεια παραβίαζε το διεθνές δίκαιο. Τη γνωμοδότηση υπέγραφε ο μετέπειτα γενικός εισαγγελέας Γουίλιαμ Μπαρ. Όταν το σκεπτικό αυτό έγινε γνωστό, δέχθηκε ισχυρή κριτική. Ο νομικός και πρώην ανώτατος αξιωματούχος του State Department, Μπράιαν Φίνουκεϊν, υποστήριξε ότι το υπόμνημα συγχέει δύο διαφορετικά ζητήματα: το αν ένα δικαστήριο μπορεί να επιβάλει μια συνθήκη χωρίς ειδικό νόμο του Κογκρέσου, και το αν ο πρόεδρος δεσμεύεται από αυτή ανεξάρτητα από τη δυνατότητα δικαστικής επιβολής.
Το κρίσιμο πρόβλημα είναι ότι δεν υπάρχει οριστική απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου για το αν και πώς μπορεί να «παρακαμφθεί» ο Χάρτης του ΟΗΕ σε τέτοια περίπτωση. Με άλλα λόγια, η κυβέρνηση Τραμπ κινείται σε ένα πεδίο όπου η νομιμότητα δεν είναι απλώς αμφισβητούμενη, αλλά ανοιχτή σε σύγκρουση θεσμών.
Τα πλήγματα στο Καράκας και η επίκληση του Άρθρου ΙΙ
Η επιχείρηση περιλάμβανε καταστροφή αντιαεροπορικών συστημάτων καθώς τα ελικόπτερα προσέγγιζαν. Βίντεο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έδειξαν εκρήξεις στο Καράκας. Ο γερουσιαστής Μάικ Λι, Ρεπουμπλικανός από τη Γιούτα, αρχικά δήλωσε ότι θέλει να μάθει τι θα μπορούσε συνταγματικά να δικαιολογήσει την ενέργεια «ελλείψει κήρυξης πολέμου ή εξουσιοδότησης χρήσης στρατιωτικής βίας». Λίγες ώρες μετά, ανέφερε ότι ο Μάρκο Ρούμπιο τον ενημέρωσε πως η «κινητική δράση» χρησιμοποιήθηκε για την προστασία όσων εκτελούσαν το ένταλμα σύλληψης. Και πρόσθεσε: «Αυτή η ενέργεια πιθανότατα εμπίπτει στην εγγενή εξουσία του προέδρου βάσει του Άρθρου ΙΙ του Συντάγματος να προστατεύει αμερικανικό προσωπικό από πραγματική ή επικείμενη επίθεση».
Εδώ εισέρχεται η θεωρία της «εγγενούς προστατευτικής εξουσίας», μια ιστορική αντίληψη που επιτρέπει στον πρόεδρο να χρησιμοποιεί στρατιωτική ισχύ για την προστασία ομοσπονδιακών υπαλλήλων που εφαρμόζουν τον νόμο χωρίς ειδική νομοθετική άδεια. Η ίδια λογική έχει επικληθεί πρόσφατα και σε εσωτερικές αναπτύξεις δυνάμεων υπό ομοσπονδιακό έλεγχο. Παράλληλα, ο στρατηγός Κέιν ανέφερε ότι υπήρξαν περιστατικά όπου ελικόπτερα δέχθηκαν πυρά και ανταπέδωσαν, γεγονός που αγγίζει και τη χωριστή έννοια της αυτοάμυνας μονάδων που βρίσκονται ήδη σε αποστολή.
Το θεσμικό ερώτημα, όμως, παραμένει: η προστασία προσωπικού μπορεί να εξηγήσει συγκεκριμένα πλήγματα, δεν εξηγεί τη δήλωση ότι οι ΗΠΑ θα «τρέξουν» μια χώρα.
Η σύλληψη της Σίλια Φλόρες και η διεύρυνση του κατηγορητηρίου
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η σύλληψη της συζύγου του Μαδούρο, Σίλια Φλόρες. Δεν περιλαμβανόταν στο κατηγορητήριο του 2020, αλλά συνελήφθη και αυτή, και η γενική εισαγγελέας Παμ Μπόντι ανακοίνωσε ότι έχει απαγγελθεί κατηγορητήριο και εις βάρος της. Δικαστήριο αποσφράγισε συμπληρωματικό κατηγορητήριο που την προσθέτει ως κατηγορούμενη. Η ημερομηνία έχει απαλειφθεί, αλλά ο εισαγγελέας που το παρουσίασε, Τζέι Κλέιτον, ανέλαβε καθήκοντα πέρυσι.
Το γεγονός αυτό δείχνει ότι η επιχείρηση δεν αντιμετωπίστηκε απλώς ως «σύλληψη ενός προσώπου», αλλά ως πλαίσιο ποινικής και πολιτικής αποδόμησης του καθεστώτος, με διεύρυνση των διώξεων.
Θα εξετάσουν τα αμερικανικά δικαστήρια τον τρόπο σύλληψης;
Κατά πάσα πιθανότητα όχι. Ακόμη και αν ο Μαδούρο ισχυριστεί ότι η σύλληψή του παραβιάζει τον Χάρτη του ΟΗΕ, η αμερικανική νομολογία τείνει να θεωρεί ότι η δικαιοδοσία του δικαστηρίου δεν κλονίζεται από τον τρόπο με τον οποίο ο κατηγορούμενος οδηγήθηκε ενώπιόν του. Υπάρχει μακρά σειρά υποθέσεων (από το 1886 έως το 1992) που έχουν απορρίψει αντίστοιχες ενστάσεις. Η αρχή είναι απλή: αυτό που μετρά είναι η παρουσία του κατηγορουμένου στο δικαστήριο, όχι η διαδρομή.
Ασυλία αρχηγού κράτους: το πιο δύσκολο πεδίο
Το πιο σύνθετο ίσως ζήτημα είναι η ασυλία αρχηγού κράτους. Η διεθνής πρακτική αναγνωρίζει ότι οι αρχηγοί κρατών έχουν ασυλία ενώπιον αλλοδαπών δικαστηρίων. Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ έχει αναγνωρίσει την αρχή ήδη από το 1812, σημειώνοντας ότι «το πρόσωπο του κυρίαρχου» εξαιρείται από σύλληψη ή κράτηση σε ξένο έδαφος.
Το αν ο Μαδούρο δικαιούται τέτοια ασυλία εξαρτάται από μια διάκριση που αποκτά πλέον τεράστια σημασία: είναι άλλο πράγμα να είσαι de facto ηγέτης και άλλο να είσαι πολιτικά αναγνωρισμένος αρχηγός κράτους, και κυρίως ποιος αποφασίζει. Ο Μάρκο Ρούμπιο έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι ο Μαδούρο δεν είναι ο νόμιμος πρόεδρος της Βενεζουέλας, αλλά επικεφαλής ενός δικτύου διακίνησης ναρκωτικών που εμφανίζεται ως κυβέρνηση. Στην υπόθεση Νοριέγα, οι ΗΠΑ υποστήριξαν ότι δεν υπήρχε ασυλία και δικαστήρια συμφώνησαν, εν μέρει επειδή ο Μπους δεν τον αναγνώριζε και εν μέρει επειδή το παναμαϊκό Σύνταγμα όριζε αρχηγό κράτους μόνο εκλεγμένο πρόεδρο, ενώ ο Νοριέγα ήταν στρατιωτικός.
Με τον Μαδούρο, το θέμα είναι πιο περίπλοκο. Ανέλαβε προσωρινά μετά τον θάνατο του Ούγκο Τσάβες, κέρδισε οριακά το 2013 και οι Ηνωμένες Πολιτείες τον αναγνώριζαν επί χρόνια. Το Εθνικό Εκλογικό Συμβούλιο της Βενεζουέλας τον ανακήρυξε νικητή το 2018 και το 2024, αλλά τα αποτελέσματα θεωρήθηκαν ευρέως προϊόν νοθείας και από το 2019 οι ΗΠΑ, τόσο επί Τραμπ όσο και επί Μπάιντεν, δεν τον αναγνώριζαν ως νόμιμο πρόεδρο.
Η Ίνγκμπερ επικαλέστηκε προηγούμενο του 2015, σύμφωνα με το οποίο ο πρόεδρος των ΗΠΑ έχει απόλυτη αρμοδιότητα στην αναγνώριση ξένων κυβερνήσεων, και εκτίμησε ότι το Ανώτατο Δικαστήριο πιθανότατα θα κρίνει ότι ο Τραμπ έχει την εξουσία να αρνηθεί την αναγνώριση του Μαδούρο για τους σκοπούς της ασυλίας αρχηγού κράτους. Εάν αυτό ισχύσει, η νομική μάχη θα μετακινηθεί από το αν «έπρεπε» να γίνει η σύλληψη στο αν «μπορεί» να στηριχθεί σε μια προεδρική επιλογή αναγνώρισης.
«Δεν ζητήσατε εξουσιοδότηση»: η σύγκρουση με το Κογκρέσο και οι φωνές των αξιωματούχων
Εδώ είναι το σημείο όπου οι δηλώσεις των Αμερικανών αξιωματούχων γίνονται καθοριστικές, όχι μόνο ως πολιτική στάση, αλλά ως θεσμική κατηγορία.
Ο Χακίμ Τζέφρις, επικεφαλής των Δημοκρατικών στη Βουλή, αναγνώρισε ρητά το καθεστώς Μαδούρο ως εγκληματικό και αυταρχικό, αλλά μετέφερε το βάρος εκεί που πονά: στην παράκαμψη του Κογκρέσου και στον κίνδυνο στρατηγικής τυφλότητας. Η φράση του δεν αφήνει περιθώριο παρερμηνείας: «Η κυβέρνηση Τραμπ δεν ζήτησε εξουσιοδότηση του Κογκρέσου για τη χρήση στρατιωτικής δύναμης και απέτυχε να ενημερώσει δεόντως και εκ των προτέρων το Κογκρέσο». Και πρόσθεσε, με ιστορική αναφορά που λειτουργεί ως προειδοποίηση: «Η προώθηση της ασφάλειας και της σταθερότητας σε μια περιοχή απαιτεί κάτι περισσότερο από στρατιωτική ισχύ, όπως το διαπιστώσαμε με οδυνηρό τρόπο στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν».
Ο Τζέφρις έθεσε δημόσια τέσσερα ερωτήματα που, για όποιον γράφει ανάλυση, αποτελούν τον κορμό του πολιτικού προβλήματος: πόσα αμερικανικά στρατεύματα παραμένουν στο έδαφος, τι σημαίνει το «θα τρέξουμε τη Βενεζουέλα μέχρι τη μετάβαση», αν τα πλήγματα είχαν στόχο την κατάσχεση πετρελαίου προς όφελος φίλων της κυβέρνησης και γιατί ο Τραμπ εμφανίζεται να κάνει διαφορετικές επιλογές σε άλλες υποθέσεις ναρκοδιακίνησης.
Ο Τσακ Σούμερ, ηγέτης της μειοψηφίας στη Γερουσία, χαρακτήρισε την ενέργεια «απερίσκεπτη» και έθεσε ως προϋπόθεση λογοδοσίας την άμεση ενημέρωση του Κογκρέσου. Η κεντρική του διατύπωση, με όρους πολιτικής ευθύνης, είναι κομβική: «Η έναρξη στρατιωτικής δράσης χωρίς έγκριση του Κογκρέσου και χωρίς αξιόπιστο σχέδιο για το τι ακολουθεί είναι απερίσκεπτη». Και συνέχισε ακόμη πιο αιχμηρά απέναντι στη ρητορική «διοίκησης»: «Η ιδέα ότι ο Τραμπ σκοπεύει τώρα να διοικήσει τη Βενεζουέλα θα έπρεπε να προκαλεί φόβο στις καρδιές όλων των Αμερικανών. Ο αμερικανικός λαός το έχει ξαναδεί αυτό και έχει πληρώσει καταστροφικό τίμημα».
Ο Τιμ Κέιν, από την πλευρά του, επανέφερε μεθοδικά το συνταγματικό ζήτημα: «Έχει περάσει προ πολλού η ώρα το Κογκρέσο να επαναδιεκδικήσει τον κρίσιμο συνταγματικό του ρόλο σε ζητήματα πολέμου, ειρήνης, διπλωματίας και εμπορίου». Η επιμονή του δεν είναι διαδικαστική. Είναι προειδοποίηση για τη διολίσθηση προς μια προεδρική εξουσία που αναπτύσσει στρατιωτική ισχύ χωρίς ουσιαστικό έλεγχο.
Στον αντίποδα, ο Μάρκο Ρούμπιο προσπάθησε να χτίσει εκ των υστέρων μια γέφυρα νομιμοποίησης: ισχυρίστηκε ότι δεν ήταν δυνατόν να υπάρξει προειδοποίηση στο Κογκρέσο, διότι κάτι τέτοιο θα εξέθετε την επιχείρηση. Ο Τραμπ το είπε πιο ωμά: «Δεν θέλουμε διαρροείς». Όμως η θεσμική κριτική εδώ είναι αμείλικτη: αν η μυστικότητα είναι το μόνιμο επιχείρημα, τότε η κοινοβουλευτική εποπτεία καθίσταται διακοσμητική.
Η Ντέλσι Ροντρίγκες, η αντίφαση της «ορκωμοσίας» και η μάχη της νομιμοποίησης
Στον πυρήνα της αμερικανικής αφήγησης εμφανίστηκε και η αντιπρόεδρος Ντέλσι Ροντρίγκες. Ο Τραμπ ισχυρίστηκε ότι ο Ρούμπιο μίλησε μαζί της, ότι εκείνη «ορκίστηκε» πρόεδρος και ότι θα στηρίξει αυτό που οι ΗΠΑ κάνουν. Τη διατύπωσε μάλιστα με τρόπο που προδίδει το πολιτικό πλαίσιο που επιχειρεί να επιβάλει: «Είναι ουσιαστικά διατεθειμένη να κάνει ό,τι θεωρούμε αναγκαίο για να ξαναγίνει η Βενεζουέλα μεγάλη».
Λίγες ώρες αργότερα, όμως, η Ροντρίγκες, σε ζωντανό διάγγελμα, κατήγγειλε τις Ηνωμένες Πολιτείες, δήλωσε ότι ο Μαδούρο είναι ο νόμιμος πρόεδρος και πρόσθεσε ότι οποιαδήποτε σχέση με την κυβέρνηση Τραμπ μπορεί να υπάρξει μόνο «στο πλαίσιο του διεθνούς και του δικαίου της Βενεζουέλας», δηλώνοντας ότι αυτή είναι «η μόνη σχέση» που μπορεί να αποδεχθεί μετά τη στρατιωτική επίθεση. Η αντίφαση μεταξύ αμερικανικής περιγραφής και βενεζουελανικής δήλωσης δεν είναι επικοινωνιακή. Είναι ένδειξη ότι ακόμη και το στοιχειώδες σχήμα «μεταβατικής διακυβέρνησης» δεν έχει πολιτικό έρεισμα επί του εδάφους.
Το πραγματικό ερώτημα μετά τη σύλληψη: τι θεωρείται «νίκη»;
Αν η συζήτηση περιοριστεί στο αν ο Μαδούρο είναι αυταρχικός, κινδυνεύει να χάσει την ουσία. Διότι η σύλληψη ενός ηγέτη δεν ισοδυναμεί με πολιτική λύση, ιδιαίτερα σε ένα κράτος όπου συνυπάρχουν ένοπλες ομάδες, παρακρατικοί μηχανισμοί, διαβρωμένοι θεσμοί και οικονομικά συμφέροντα που έχουν μάθει να επιβιώνουν μέσα στο χάος.
Η ίδια η Σάνον Ο’Νιλ, ανώτατη αξιωματούχος και διευθύντρια μελετών στο CFR, το έθεσε νωρίτερα με κυνική σαφήνεια: ο Μαδούρο μπορεί να έφυγε, αλλά οι κατασταλτικοί μηχανισμοί παραμένουν, και η αντιπολίτευση δεν διαθέτει ένοπλη ισχύ για να ελέγξει τους δρόμους, προϋπόθεση στοιχειώδη για να κυβερνήσει. Αυτό ακριβώς καθιστά τη δήλωση «θα τρέξουμε τη χώρα» ακόμη πιο επικίνδυνη: προϋποθέτει έλεγχο που δεν φαίνεται να υπάρχει, άρα οδηγεί είτε σε αναδίπλωση είτε σε κλιμάκωση.
Μια υπόθεση για τη Βενεζουέλα, μια δίκη για τη δημοκρατία
Η Βενεζουέλα, τελικά, εξελίσσεται σε κάτι περισσότερο από περιφερειακή κρίση. Μετατρέπεται σε δοκιμασία για το αν η αμερικανική δημοκρατία μπορεί να λειτουργήσει με θεσμικούς περιορισμούς όταν η εκτελεστική εξουσία θεωρεί ότι έχει ιστορική αποστολή. Μετατρέπεται επίσης σε δοκιμασία για το διεθνές σύστημα, διότι η χρήση στρατιωτικής ισχύος για σύλληψη ηγέτη και για εξαγγελία «διοίκησης» χώρας χωρίς διεθνή νομιμοποίηση, αναδιατάσσει το πλαίσιο του επιτρεπτού.
Στη δημόσια συζήτηση των ΗΠΑ, οι Δημοκρατικοί ηγέτες δεν ζήτησαν επιείκεια για τον Μαδούρο. Ζήτησαν λογοδοσία για την ίδια τους τη χώρα. Και το έκαναν με φράσεις που αξίζει να μείνουν ως θεσμικό αποτύπωμα της στιγμής:
«Η κυβέρνηση δεν ζήτησε εξουσιοδότηση του Κογκρέσου», «το Ιράκ και το Αφγανιστάν μας δίδαξαν», «χωρίς σχέδιο για το μετά είναι απερίσκεπτο», «η ιδέα ότι θα διοικήσουμε άλλη χώρα πρέπει να τρομάζει», «το Κογκρέσο οφείλει να επαναδιεκδικήσει τον συνταγματικό του ρόλο».
Τα ερωτήματα που ανοίγουν δεν είναι συγκυριακά. Θα καθορίσουν όχι μόνο τι θα συμβεί στη Βενεζουέλα, αλλά και το ποια μορφή θα πάρει η αμερικανική ισχύς τα επόμενα χρόνια. Και κυρίως, αν η επίκληση της δημοκρατίας θα εξακολουθεί να έχει περιεχόμενο, όταν συνοδεύεται από τη βεβαιότητα ότι οι κανόνες είναι για τους άλλους, όχι για εκείνον που έχει τα μέσα να τους παρακάμψει.
