Δευτέρα, 15/12/2025
Καιρός
Αν. Μακεδονίας και Θράκης
x

Top 5 This Week

Related Posts

Κωνσταντίνος Λαμπρόπουλος: Η Θράκη λειτουργεί ως προκεχωρημένο σημείο αποτροπής

*Συνέντευξη στη Μαρωβήτα Νικολαΐδου – Θρακικό Πρακτορείο Ειδήσεων / ThraceNews

Ο στρατηγικός αναλυτής Κωνσταντίνος Λαμπρόπουλος μιλά αποκλειστικά στο Θρακικό Πρακτορείο Ειδήσεων για τον ρόλο της Ελλάδας στη νέα αρχιτεκτονική ισχύος, τον μετασχηματισμό του πολέμου στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης και την ανάγκη επιστροφής της Ευρώπης σε στρατηγική σκέψη με αξιακό υπόβαθρο.
Από τον Κλαούζεβιτς και τον Jervis έως τη Θράκη του σήμερα, ο στοχασμός του συνδέει το ανθρώπινο με το στρατηγικό, την ψυχολογία με την ισχύ και το έθνος με τη μοίρα του.

Η Θράκη ως νέο στρατηγικό σημείο βαρύτητας

-Κύριε Λαμπρόπουλε, ποιος είναι ο στρατηγικός ρόλος της Θράκης στα αμερικανικά συμφέροντα;

“Ο ρόλος της Θράκης είναι πλέον γεωοικονομικός και γεωστρατηγικός. Μετά τον πόλεμο της Ουκρανίας, οι ΗΠΑ έχουν διαμορφώσει έναν νότιο άξονα ενίσχυσης που βασίζεται στη Θράκη, τη Ρουμανία και την Πολωνία — το νέο “ανατολικό τόξο” του ΝΑΤΟ.

Η Θράκη λειτουργεί ως προκεχωρημένο σημείο αποτροπής έναντι της Ρωσίας, προστατεύοντας την πρόσβαση προς τη Μολδαβία και τη Μαύρη Θάλασσα. Παράλληλα, αποτελεί κομβικό κρίκο στα ενεργειακά σχέδια των ΗΠΑ: είναι μέρος της εναλλακτικής διαδρομής μεταφοράς σχιστολιθικού αερίου προς την Ευρώπη, ενισχύοντας την ενεργειακή απεξάρτηση από τη Μόσχα.

Στο νέο πλαίσιο αναχαίτισης Κίνας και Ρωσίας από τις θερμές θάλασσες, η Θράκη, μαζί με τη Θεσσαλονίκη και δυνητικά τον Πειραιά, συγκροτεί μια δυνητική αμερικανική “αλυσίδα μαργαριταριών” — ένα θαλάσσιο σύστημα υποδομών που αντικατοπτρίζει την αμερικανική θαλάσσια εμπορική ανάσχεση της Κίνας.

Εντάσσεται επίσης στον Ινδο–Μεσογειακό Διάδρομο (IMEC), ο οποίος ξεκινά από την Ινδία, παρακάμπτει την Κεντρική Ασία και την Τουρκία και καταλήγει στην Ελλάδα.

Αυτό προσδίδει στη χώρα γεωπολιτικό και γεωοικονομικό βάθος: η Ελλάδα παύει να είναι ΜΟΝΟ περιφερειακός παίκτης αλλά μετατρέπεται σε στρατηγικό εταίρο των ΗΠΑ στη λογική ενός Seam State κατά Barnett (Κράτος που ενώνει γεωπολιτικά κέντρο-περιφέρεια στη λεγόμενη Shatterbelt)

«Η Θράκη είναι το σημείο βαρύτητας της νέας αμερικανικής αρχιτεκτονικής ασφαλείας ανάμεσα στην Ευρώπη και την Εγγύς Ανατολή.»

Η Ελλάδα χρειάζεται τη δική της ατζέντα μέσα στις Συμμαχίες με τους Εταίρους της»

-Τι σημαίνει για την Ελλάδα η αναβάθμιση των σχέσεων με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ; Υπάρχουν όρια ή “κόκκινες γραμμές”;

“Με το Ισραήλ πρέπει να υπάρξει βαθύτερη στρατιωτική και τεχνολογική συμμαχία —  πιο ισχυρή από την Ελληνογαλλική. Αποτελεί τον πλέον σημαντικό φυσικό εταίρο για την ασφάλεια της Ανατολικής Μεσογείου και την αντιμετώπιση της Τουρκίας.
Η συνεργασία αυτή χρειάζεται να γίνει στρατηγική και να επεκταθεί με συνέργειες στην καινοτομία, στις αμυντικές εφαρμογές, στις τεχνολογίες αιχμής.

Όσον αφορά στις ΗΠΑ, υπάρχουν μεγάλα περιθώρια εμβάθυνσης, αλλά η συνεργασία πρέπει να εξυπηρετεί τα ελληνικά συμφέροντα. “Κόκκινες γραμμές” δεν υπάρχουν μεταξύ εταίρων, υπάρχουν όμως προϋποθέσεις σύγκλισης  συμφερόντων.
Ο στρατηγικός διάλογος πρέπει να διευρυνθεί σε πολλαπλά πεδία, αλλά όχι σε ένα πλαίσιο που εξισώνει γεωπολιτικά την Ελλάδα με την Τουρκία. Αυτή είναι η μεγάλη πρόκληση της ελληνικής υψηλής στρατηγικής: να μην αντιμετωπιζόμαστε ως ενιαίος γεωπολιτικός χώρος με την Άγκυρα.

Η Ελλάδα πρέπει να διεκδικήσει βαθμό στρατηγικής αυτονομίας, όπως το κάνει το Ισραήλ. Χρειάζεται δική της εθνική ατζέντα, πέρα από τη συμμαχική. Να είναι χρήσιμη, αλλά όχι δεδομένη άνευ προϋποθέσεων.

Για παράδειγμα, δεν πρωτοστατήσαμε  στην προστασία των ελληνορθόδοξων πληθυσμών στη Συρία  χάσαμε μια ευκαιρία θρησκευτικής διπλωματίας και πολιτισμικής επιρροής. Δεν διεκδικήσαμε έναν πρωταγωνιστικό ρόλο στην Εγγύς Ανατολή ως προστάτης των Ορθοδόξων. Αν δεν έχεις ξεκάθαρα εθνικά και πολιτικά προτάγματα, δεν φτιάχνεις δική σου ατζέντα.

Δεν έχουμε ακόμη συνεκτική πολιτική για τα Βαλκάνια ή την Εγγύς Ανατολή, απλώς αντιδρούμε ανακλαστικά. Το ζητούμενο είναι η Ελλάδα να συμμετέχει στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων θέτοντας όρους και προϋποθέσεις που εξυπηρετούν τη δική της επιβίωση και επιρροή.”

Η Ελλάδα πρέπει να πάψει να διευκολύνει, και να γίνει συν-αρχιτέκτονας ασφάλειας στη Μεσόγειο

Η χώρα μας διαθέτει πνευματικό και γεωγραφικό βάθος που την καθιστά ικανή να λειτουργεί ως συν-αρχιτέκτονας ασφάλειας στην ευρύτερη Μεσόγειο.
Η στρατηγική πρόκληση δεν είναι να βρούμε μόνο συμμαχίες, αλλά να ορίσουμε τον δικό μας ρόλο και ατζέντα μέσα σε αυτές.
Μόνο αν η Ελλάδα πιστέψει ξανά στη δύναμή της, ιστορική, πολιτισμική, στρατιωτική και πνευματική, θα μπορέσει να ανακτήσει τον ρόλο που της αξίζει: του μεσολαβητή, του εξισορροπητή και του δημιουργού σταθερότητας σε μια θάλασσα που υπήρξε πάντοτε το κέντρο του κόσμου.”

Ελληνοτουρκικές σχέσεις – Αποτροπή ,Ψυχραιμία και Ισχύς

– Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις παραμένουν ένα από τα πιο σύνθετα και ευαίσθητα πεδία της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Βρισκόμαστε, κατά τη γνώμη σας κ. Λαμπρόπουλε, σε φάση πραγματικής αποκλιμάκωσης ή σε μια τακτική “αναμονής” από την πλευρά της Άγκυρας;

Βρισκόμαστε σε φάση τεχνητής αποκλιμάκωσης, όχι πραγματικής ύφεσης. Από το 2020 και μετά, η Ελλάδα έθεσε ως στρατηγικό στόχο τη μείωση της έντασης, κάτι που επετεύχθη σε επιχειρησιακό επίπεδο, αλλά όχι σε στρατηγικό βάθος.

Η αποκλιμάκωση αυτή έχει πληρωθεί με ένα υψηλό τίμημα: τη σταδιακή διεύρυνση των τουρκικών παράνομων διεκδικήσεων, την κανονικοποίηση των αναθεωρητικών αφηγημάτων και την εμπέδωση μιας επιθετικής, εκτεταμένης τουρκικής στρατηγικής που εδράζεται στη θεωρία του Nizam-ı Alem.

Πρόκειται για το όραμα ενός αυτόνομου ισλαμικού περιφερειακού πόλου, με βασικό πυλώνα τον περιορισμό της κυριαρχίας Ελλάδας και Κύπρου. Δεν μιλάμε, λοιπόν, για ύφεση μιλάμε για ανασύνταξη, σε μια λογική μακράς πνοής που υπηρετεί έναν σαφή αναθεωρητικό σχεδιασμό.”

«Ο τουρκικός αναθεωρητισμός είναι δομικός, όχι συγκυριακός»

-Πώς αξιολογείτε τη σημερινή τουρκική στρατηγική;

Η Τουρκία υιοθετεί μακροσκοπική υψηλή στρατηγική. Και αυτή η στρατηγική είναι αναθεωρητική εκ κατασκευής. Ορίζει τη θέση της στον κόσμο όχι με βάση το διεθνές δίκαιο, αλλά με βάση μια ισλαμική-γεωπολιτική κοσμοαντίληψη, η οποία αντλεί απευθείας από την οθωμανική περίοδο και το Nizam-ı Alem.

Στόχος είναι η ανατροπή της Συνθήκης της Λωζάνης, η αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας και η αναδιαμόρφωση του περιφερειακού περιβάλλοντος από τα Βαλκάνια έως το Κέρας της Αφρικής. Πρόκειται για στρατηγική Aδιάλλακτης Προσαρμογής κατά Rosenau.

Η Άγκυρα δεν αντιδρά στα γεγονότα, τα διαμορφώνει. Και τα εργαλεία της είναι πολλαπλά: στρατιωτική παρουσία, ενεργειακές εξαρτήσεις, εργαλειοποίηση της ισλαμικής θρησκείας και της παράνομης μετανάστευσης, χρήση των δικτύων ως παραμέτρων ισχύος. Αυτή είναι η Τουρκία του 21ου αιώνα: ένα Αναθεωρητικό Κράτος που επιδιώκει να επιτύχει τετελεσμένα επί τη βάσει του Εξαναγκασμού.”

 

«Η Ελλάδα διαθέτει αποτροπή στον χαμηλό παρονομαστή»

Η Ελλάδα έχει επενδύσει στην ενίσχυση της αποτροπής. Ποια είναι η λεπτή γραμμή ανάμεσα στην αποτροπή και στην κλιμάκωση;

Η Ελλάδα έχει επενδύσει σε αποτροπή χαμηλού παρονομαστή, εξαντλείται δηλαδή στην τεχνολογική ενίσχυση των ενόπλων δυνάμεων. Δεν έχει επενδύσει, όμως, στην Αποτροπή ως σύγχρονο ολιστικό δόγμα. Η στρατηγική της κουλτούρα παραπέμπει στο λεγόμενο Σύνδρομο του Περιστεριού (dovish bias syndrome). Οι εξοπλισμοί από μόνοι τους δεν εξασφαλίζουν αποτρεπτικό status. Όπως κατέδειξε ο Colin S. Gray, “τα όπλα είναι απαραίτητα, αλλά όχι επαρκή για την Αποτροπή”. Η αποτροπή είναι στάση και φιλοσοφία. Είναι η προετοιμασία να χρησιμοποιήσεις τη βία εάν χρειαστεί και αυτή η βούληση πρέπει να είναι αντιληπτή από τον αντίπαλο.

Η Ελλάδα επενδύει στη λεγόμενη deterrence by presence — στην αποτροπή δια της παρουσίας. Δηλαδή στη δημιουργία της εικόνας ενός αξιόπιστου παίκτη με στρατιωτική ετοιμότητα και τεχνολογική ισχύ. Όμως η αποτροπή χωρίς βούληση χρήσης βίας καταλήγει απλώς σε διαχείριση φόβου του ενδεχομένου της σύγκρουσης.

Η αποτροπή είναι μια διαδικασία βαθμιαίας κλιμάκωσης, όχι σύγκρουσης. Κλιμάκωση δεν σημαίνει πόλεμο, σημαίνει έλεγχο του ρυθμού, του τόνου και της έντασης μιας διαμάχης. Αν δεν διαθέτεις σχέδιο κλιμάκωσης, χάνεις τη στρατηγική πρωτοβουλία  και μαζί της, υπόκεισαι στον έλεγχο του αντιπάλου.

Η Ελλάδα πράγματι επιδεικνύει στρατηγική ψυχραιμία, αλλά όχι πάντα ορθολογική στρατηγική συμπεριφορά. Το λεγόμενο restraint στη στρατηγική θεωρία σημαίνει προσεκτικά μετρημένη συγκράτηση, με χρονικό ορίζοντα, προϋποθέσεις και συγκεκριμένο σκοπό: τη μελλοντική κατίσχυση έναντι ενός ισχυρότερου αντιπάλου.
Εφαρμόζεται όταν ο συσχετισμός ισχύος είναι προσωρινά δυσμενής, ώστε να κερδηθεί πολύτιμος χρόνος για τη σύναψη συμμαχιών και την ανασύνταξη δυνάμεων.

Η διαχείριση του φοβικού συνδρόμου της απειλής μιας σύγκρουσης έχει έντονο ψυχολογικό υπόβαθρο και καταλήγει σε μη ορθολογικό πλαίσιο αντιμετώπισης της απειλής .Στον αντίποδα ουσιαστικά μιας πολεμικής προσέγγισης αλλά με αποτέλεσμα το ίδιο ή και χειρότερο.

Η ψυχραιμία έχει αξία μόνο όταν εντάσσεται σε σχέδιο δράσης, όχι όταν υποκαθιστά τη βούληση για αυτήν.  

Και κάτι ακόμη: δεν λύνονται όλες οι διαφορές των Εθνών ή των κρατών ειδικά εκείνες που έχουν τεράστιο ιστορικό υπόβαθρο. Οι λεγόμενες “ταχείες διευθετήσεις”, κυρίως όταν προωθούνται υπό πίεση τρίτων, είναι δυνητικά καταστροφικές. Οι αγεφύρωτες διαφορές δεν λύνονται, πρέπει να τις διαχειριστούμε με μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Διαφορετικά οδηγούν σε καθεστώς ομηρείας ή φινλανδοποίησης η καταλήγουν σε Πόλεμο και δυνητική Ήττα.

Στη Διπλωματία και στη Διαπραγμάτευση δεν υπάρχει μόνο ο συμβιβασμός αλλά και το Παίγνιο μηδενικού αθροίσματος και η κατίσχυση έναντι του αντιπάλου. Αυτό θα πρέπει να γίνει κατανοητό από τους λήπτες αποφάσεων στην Ελλάδα.”

«Διάλογος χωρίς κοινές αξίες δεν υπάρχει, η Τουρκία καταλαβαίνει μόνο από ισχύ»

-Μπορεί να υπάρξει ουσιαστικός διάλογος με την Τουρκία σε ένα συμφωνημένο πλαίσιο αρχών;

“Όχι, γιατί ο διάλογος προϋποθέτει κοινές αξίες και κοινή πολιτική κουλτούρα. Η Τουρκία δεν είναι δυτικό κράτος, είναι μια νεοοθωμανική δεσποτεία, αυταρχική στη δομή και αναθεωρητική στη σκέψη. Δεν αναγνωρίζει το ευρωπαϊκό κεκτημένο και βάλλει εναντίον του.
Η τουρκική στρατηγική κατανοεί μόνο τη γλώσσα της ισχύος. Δεν υπάρχει ισοτιμία στο πλαίσιο διαπραγμάτευσης γιατί δεν υπάρχει κοινό σημείο αναφοράς.

Η Άγκυρα έχει υιοθετήσει μια υβριδικού τύπου στρατηγική, ενοποιώντας το πεδίο των επιχειρήσεων και των διαπραγματεύσεων. Ο διάλογος, λοιπόν, για την Τουρκία, δεν είναι μέσο επίλυσης διαφορών, αλλά εργαλείο αναθεώρησης του status quo. Και αυτό πρέπει να το αντιληφθούμε πριν καθίσουμε στο τραπέζι. Γιατί η Τουρκία δεν συνομιλεί για να συμφωνήσει, συνομιλεί για να νομιμοποιήσει την ατζέντα της.”

– Βλέπουμε μια έντονη επιστροφή της ρεάλ πολιτίκ στα ευρωπαϊκά πράγματα. Πιστεύετε ότι αυτή η “ρεαλιστική στροφή” ενισχύει ή αποδυναμώνει την ευρωπαϊκή ενότητα, ιδίως σε σχέση με την Τουρκία;

Ζούμε μια περίοδο όπου η ρεάλ πολιτίκ επιστρέφει δυναμικά στα ευρωπαϊκά δρώμενα, αλλά όχι στη κλασική της μορφή. Η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο υιοθετούν μια στρατηγική προσέγγισης με την Τουρκία, όχι με όρους στρατηγικής ωριμότητας, αλλά εσωτερικής πολιτικής σκοπιμότητας.
Η Γερμανία βλέπει στην Άγκυρα έναν “πρόχειρο προμηθευτή τεχνογνωσίας” στα μη επανδρωμένα, προσπαθώντας ταυτόχρονα να εξισορροπήσει εκλογικές πιέσεις από το AfD και το τουρκικό εκλογικό σώμα.εντός της επικράτειάς της.
Η Βρετανία του Στάρμερ επιδιώκει επικοινωνιακά και πολιτικά οφέλη μέσω συνεργασίας στην αμυντική βιομηχανία και της “ισλαμικής ψήφου”, συνδέοντας την Τουρκία με το αφήγημα της αμυντικής ανάπτυξης και της Global Britain αφενός, αφετέρου με τον εσωτερικό πολιτικό μέτωπο.”

 

«Η Ελλάδα  χρειάζεται στρατηγικό ρεαλισμό με αυτοπεποίθηση»

– Στο εσωτερικό της τουρκικής ελίτ παρατηρούμε έναν συνδυασμό εθνικισμού και νεοοθωμανικού αναθεωρητισμού. Πώς μπορεί η ελληνική στρατηγική σκέψη να απαντήσει χωρίς να παρασυρθεί σε αντίστοιχο “αντανακλαστικό εθνικισμό”;

Η Ελλάδα είναι δύναμη υπεράσπισης του status quo, όχι αναθεώρησής του. Οφείλει, ωστόσο, να γίνει πολύ πιο διεκδικητική στο ευρωπαϊκό πεδίο, στηλιτεύοντας ανοικτά τη στάση χωρών όπως η Γερμανία, που με πρόσχημα τον ρεαλισμό νομιμοποιούν τον τουρκικό αναθεωρητισμό μέσω εξοπλιστικών συνεργασιών.
Όταν ευρωπαϊκά κράτη προμηθεύουν την Τουρκία με οπλικά συστήματα, στρέφονται de facto εναντίον κρατών-μελών της Ε.Ε., υπονομεύοντας την ίδια τη συνοχή της.
Η Ελλάδα πρέπει να θέσει το ζήτημα αυτό ως ευρωπαϊκό πρόβλημα ασφάλειας και συνοχής, όχι ως διμερές.
Η απάντηση στον τουρκικό υπερ-εθνικισμό δεν είναι ο καθρέφτης του, αλλά η αταλάντευτη κα αδιάλλακτη ενεργητική υπεράσπιση των συνόρων βάσει του Ελληνικού διαχρονικού Παραδείγματος και του Ευρωπαϊκού πολιτισμικού υποδείγματος. Η Ελλάδα υπερασπίζεται το πατρώο της έδαφος  το οποίο είναι και ευρωπαϊκό έδαφος.

Η ανάδειξη της αντιευρωπαϊκής υποκρισίας όσων συνδιαλέγονται με τον Ερντογάν για λόγους εσωτερικής πολιτικής επιβίωσης επιβάλλεται για να αναδειχθεί ένας άλλος οδικός χάρτης της Ευρώπης στις νέες πραγματικότητες.”

Η Μαρωβήτα Νικολαϊδου με τον Κωνσταντίνο Λαμπρόπουλο στη διάρκεια της συνέντευξης στο Ιστορικό Κτήριο Κωστής Παλαμάς.

 

Η Υψηλή Στρατηγική – Τι είναι και τι δεν είναι

«Η Στρατηγική είναι η Τέχνη της Ευελιξίας και της Αποκόμισης Πλεονεκτήματος»

-Τι ακριβώς κάνει ένας στρατηγικός αναλυτής;

“Ο στρατηγικός αναλυτής δεν μελετά το φαινόμενο του Πολέμου μόνο ως προς την αυτοτέλειά του, αλλά το εντάσσει στη διεθνή πραγματικότητα σε πολλαπλά επίπεδα: πολιτικό, στρατιωτικό, οικονομικό, ψυχολογικό.
Αναζητά μια ευέλικτη-προσαρμοστική δράση ευόδωσης στόχων μέσω σχεδιασμού, λαμβάνοντας υπόψη τα νήματα που συνδέουν τα γεγονότα, τους ηγέτες και τις αποφάσεις.

Όπως έλεγε ο Freedman, η Στρατηγική είναι η Τέχνη της Προσαρμογής στο Απρόβλεπτο, η Τέχνη της Ευελιξίας με στόχο την Αποκόμιση Πλεονεκτήματος.

Αφορά τη χρήση όλων των συντελεστών ισχύος — οικονομικών, τεχνολογικών, κοινωνικών, στρατιωτικών — για την επίτευξη εθνικών στόχων.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η προόραση (foresight): όχι πρόβλεψη, αλλά διαμόρφωση εναλλακτικών σεναρίων και κατανόηση πώς οι σημερινές επιλογές διαμορφώνουν τις αυριανές πραγματικότητες.”

 -Είναι η στρατηγική διανοητική άσκηση ή ηθική πράξη;

“Η στρατηγική απαιτεί επεξεργασία δεδομένων και ανάλυση τάσεων,  ενυπάρχουν ορθολογικά μη ορθολογικά ή και ανορθολογικά στοιχεία, αλλά οφείλει να στηρίζεται σε ηθικές επιταγές καθώς περιλαμβάνει δυνητικά ανθρώπινα υπαρξιακά διλήμματα όπως λ.χ η αμοιβαία ολοκληρωτική πυρηνική καταστροφή ή δυνητική χρήση έτερων όπλων μαζικής καταστροφής. Θα πρέπει να κατανοηθεί η έμφυτη ροπή του ανθρώπου προς τη σύγκρουση όπως αυτή αποτυπώνεται από την ΝευροΕπιστήμη ή Νευροβιολογία.

Ο άνθρωπος μπορεί να  χαλιναγωγήσει  αυτή τη τάση μέσω της ηθικής συνείδησης του αξιακού κώδικα κατά τον Sir Michael Howard και του ορθολογισμού.

Το γνωσιακό υπόβαθρο δύναται να αποβεί καθοριστικό.

Ο Klausewitz μίλησε για την ομίχλη του πολέμου, ο Jervis για το πώς οι εσφαλμένες προσλήψεις της πραγματικότητας  οδηγούν σε λανθασμένες αποφάσεις.

Γι’ αυτό λέω πως η στρατηγική είναι πρωτίστως πράξη αυτογνωσίας, η ικανότητα να γνωρίζεις τα όριά σου και τις αδυναμίες σου πριν αναμετρηθείς με τις προκλήσεις της Ιστορίας. Η στρατηγική  δεν είναι αφηρημένη θεωρία ούτε πεδίο αποστεωμένων παιγνίων.  Eίναι μια διανοητική «μάχη» ανάμεσα σε δεδομένα και την αβεβαιότητα, ένας αγώνας με τον χρόνο και τη φύση του ανθρώπου.”

«Η ανθεκτικότητα είναι το θεμέλιο κάθε στρατηγικής ατομικής ή εθνικής»

-Ποια είναι η προσωπική σας “πυξίδα” σε εποχές αστάθειας;

“Με καθοδηγούν δύο φράσεις. Η πρώτη, του Λόρδου Ουέλινγκτον στο Βατερλό:
“Hard pounding, gentlemen — let’s see who will pound the longest.”

Η ουσία είναι η ανθεκτικότητα,  ποιος αντέχει περισσότερο στον χρόνο και την πίεση. Ο ελληνισμός είναι παράδειγμα διαχρονικής ανθεκτικότητας: έχει 3000 χρόνια ιστορίας, έχει νικήσει 4 αυτοκρατορίες μεγάλες υπό αντιξοες συνθήκες, έχει δημιουργήσει αδιανότητα δεδομένα όπως η Ελληνική Επανάσταση που έβαλε το «πρώτο καρφί στο φέρετρο» των αυτοκρατοριών παγκοσμίως.

Η δεύτερη φράση ανήκει στον Αμερικανό στρατηγό των Πεζοναυτών Jim Mad Dog Mattis: “There are hunters and there are victims:By your actions , you will decide if you are a hunter or a victim” Γιατί ο άνθρωπος δεν περιμένει το μέλλον, το δημιουργεί. Αυτή είναι και η ουσία της στρατηγικής: να πράττεις προτού σε προλάβουν τα γεγονότα.”

 

Ο νέος χαρακτήρας του Πολέμου

-Πώς αλλάζει ο πόλεμος στον 21ο αιώνα υπό το φως της Τέταρτης Βιομηχανικής Επανάστασης;

Ζούμε μέσα σε αυτό που ονομάζω «ημιολοκληρωτικό περιβάλλον πολέμου». Δεν έχουμε να κάνουμε με έναν ολοκληρωτικό πυρηνικό πόλεμο, αλλά ούτε και με ειρήνη· οι συγκρούσεις διεξάγονται κάτω από το κατώφλι του πυρηνικού ολέθρου και πάνω από το κατώφλι της ειρήνης.

Αυτό το ενδιάμεσο στάδιο έχει υβριδικά και πολυεπίπεδα χαρακτηριστικά: συνδυάζει συμβατικούς πολέμους υψηλής έντασης με ολιστικά δόγματα ισχύος που αξιοποιούν την πληροφορία, την οικονομία, την τεχνολογία και την κοινωνική ψυχολογία.
Η Τέταρτη Βιομηχανική Επανάσταση έχει πυροδοτήσει μια τεχνολογική έκρηξη, ιδίως στα μη επανδρωμένα συστήματα και την τεχνητή νοημοσύνη,  μεταβάλλοντας ριζικά τον χαρακτήρα του πολέμου, χωρίς να αλλοιώνει τη φύση του.

Το ανησυχητικό δεν είναι είναι ότι πλέον στοχεύονται  οι ένοπλες δυνάμεις, η οι πληθυσμοί. Είναι το γεγονός ότι εργαλειοποιούνται ως όπλα τα πάντα και στοχοποιείται κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα. Αυτό που εύστοχα ονόμασε ο Marc Galleoti ως οπλοποίηση των πάντων (weaponization of everything.)

 Ο πόλεμος, έτσι, αποκτά ημι-ολοκληρωτικά χαρακτηριστικά που καθιστούν την ασφάλεια κάθε κοινωνίας μια συλλογική και όχι αποκλειστικά στρατιωτική υπόθεση.”

 

Τεχνητή Νοημοσύνη στη Χάραξη Στρατηγικής και Αξιακό Πλαίσιο

-Μπορεί να υπάρξει “ανθρώπινη” στρατηγική σε έναν κόσμο όπου ο πόλεμος αυτοματοποιείται;

“Η τεχνητή νοημοσύνη είναι πολύτιμο εργαλείο, όχι υποκατάστατο του ανθρώπου. Μια πρόσφατη άσκηση αντιμαχόμενων C2 στο Πεντάγωνο έδειξε ότι η νικήτρια ομάδα ήταν η μεικτή: άνθρωποι που συνεργάζονταν με ΑΙ.

Ο κίνδυνος δεν είναι η χρήση, αλλά η απώλεια ελέγχου. Ένα σενάριο όπου η ΑΙ αναλαμβάνει αυτόνομα την ευθύνη σε πυρηνικές αποφάσεις είναι κυριολεκτικά εφιαλτικό. Το μέλλον είναι η χειραγώγηση και ο έλεγχος της τεχνολογίας, όχι η παράδοσή μας σε αυτήν.

Ωστόσο, η σχέση ανθρώπου–μηχανής γίνεται πιο επικίνδυνη. Η ακρίβεια αυξάνεται, αλλά και ο θάνατος γίνεται πιο “αποστειρωμένος”. Η πρόκληση είναι να διατηρήσουμε την ανθρώπινη κρίση στο επίκεντρο της στρατηγικής.”

Κυβερνοπόλεμος και ψηφιακή ασφάλεια

-Ο κυβερνοχώρος αναδεικνύεται σε νέο θέατρο επιχειρήσεων. Μπορούμε να μιλάμε για “ψηφιακή αποτροπή”;

“Όχι, αποτροπή δεν υπάρχει. Οι κυβερνοεπιθέσεις εκδηλώνονται σε δευτερόλεπτα· δεν μπορείς να τις προλάβεις. Το μόνο που μπορείς να πετύχεις είναι η ταχεία ανάκαμψη των συστημάτων.
Η ουσία είναι η ανθεκτικότητα: η ικανότητα να επαναφέρεις κρίσιμες υποδομές πριν ο αντίπαλος εκμεταλλευθεί το σκοτάδι. Ο κυβερνοπόλεμος είναι αγώνας για τον έλεγχο του tempo των επιχειρήσεων — της ταχύτητας, της πληροφορίας και της σύνδεσης.
Δεν πολεμούν πια στρατοί, αλλά δίκτυα· “συστήματα συστημάτων” που, αν παραλύσουν, οδηγούν σε χάος. Μια “κυβερνοκαταιγίδα” μπορεί να αποδιοργανώσει τα νευραλγικά κέντρα ενός ολόκληρου κράτους.”

Ελλάδα και Υψηλή Στρατηγική

-Πώς μπορούν μικρές χώρες, όπως η Ελλάδα, να επιβιώσουν σε αυτή τη νέα πραγματικότητα;

“Με στρατηγική κουλτούρα επιβίωσης, κάτι που σήμερα μας λείπει. Κάθε κράτος έχει υψηλή στρατηγική, ακόμη κι αν δεν εξασκεί τέτοια ως μεθοδολογία και φιλοσοφία όπως ανέφεραν οι Luttwak και Brands. Το ζήτημα είναι αν αυτή προκύπτει από δράση ή από απραξία.
Η Ελλάδα, αν και ως κράτος είναι μικρομεσαία δύναμη, έχει ισχυρές ένοπλες δυνάμεις, κολοσσιαία ιστορική εθνική ταυτότητα και πολιτισμικό απόθεμα τεράστιας ισχύος. Το πρόβλημα είναι ότι παραμένει ένας αποδέκτης ατζέντας, όχι διαμορφωτής της.
Πρέπει να επανακτήσει την πρωτοβουλία, να ορίσει τη δική της ατζέντα ασφάλειας και να λειτουργήσει ως honest broker στα Βαλκάνια και στην Ανατολική Μεσόγειο επί τη βάσει του δικού της εθνικού συμφέροντος.
Ο ελληνισμός επιβίωσε τρεις χιλιετίες γιατί συνδύαζε ευέλικτες μορφές ισχύος στρατιωτική καινοτομία και στρατηγική σκέψη. Αυτό είναι το μοντέλο που χρειάζεται σήμερα: ρεαλισμό με ιστορική μνήμη και αυτοπεποίθηση μέσω αύξησης των συντελεστών ισχύος.

«Στη στρατηγική του Βυζαντίου πρέπει να δοθεί ύψιστη προτεραιότητα»

Η Ελλάδα, είτε ως κράτος είτε ως αυτοκρατορία, από την κλασική εποχή ως τον Μέγα Αλέξανδρο το Βυζάντιο και ως το 1945, υπήρξε πάντοτε δύναμη δημιουργίας και σύγκρουσης όποτε απαιτείτο. Ο Ελληνισμός είναι φιλειρηνικός, αλλά δεν δίσταζε ποτέ να πολεμήσει δίκαιους πολέμους — για την υπεράσπιση του πατρίου εδάφους. Αυτή η ασύλληπτη παράδοση αποτελεί παρακαταθήκη που του επιτρέπει να ανατρέπει απίστευτα αρνητικούς συσχετισμούς ισχύος, να ανασταίνεται κάθε φορά που θεωρείται ένα υπαρξιακό εθνικό πρόταγμα a priori «χαμένη υπόθεση ».

Το Βυζάντιο αξίζει ιδιαίτερης προσοχής καθώς εφήρμοσε τη κορυφαία ευέλικτη υψηλή στρατηγική όλων των εποχών επιβιώνοντας μια χιλιετία, επικρατώντας έναντι πολλαπλών αντιπάλων.

Το κρίσιμο για τον 21ο αιώνα είναι να αποφύγει ο Ελληνισμός τη λογική της μετάθεσης ευθυνών σε τρίτους. Η χώρα δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά σε εξωτερικούς προμηθευτές ασφάλειας  για τη δική της επιβίωση. Στην εξωτερική πολιτική οφείλεις να θέτεις τη δική σου ατζέντα απαιτήσεων στην περιφερειακή και διεθνή σκηνή.

Σήμερα, η Ελλάδα λειτουργεί ως αποδέκτης ατζέντας, και αυτό επικρέμεται ως Δαμόκλειος Σπάθη για την ύπαρξή της. Γιατί ένα κράτος που δεν κάνει τα απαιτούμενα για την επιβίωσή του δεν είναι βιώσιμο. Όπως έλεγε ο Morgenthau, υπάρχουν βιώσιμα και μη βιώσιμα κράτη — κι ένα κράτος που, όσο κι αν επικαλείται το διεθνές δίκαιο, δεν έχει τη βούληση να επιβάλει δια της ισχύος τα δικά του δίκαια και συμφέροντα, θα βρεθεί αργά ή γρήγορα σε δυσμενή θέση ακόμα και να απειληθεί με αφανισμό.

Η Ελλάδα διαθέτει ένα τεράστιο πλεονέκτημα: ένα ανεκμετάλλευτο πολιτισμικό απόθεμα ισχύος. Είναι συντελεστής ισχύος πρώτου μεγέθους, στον οποίο δεν έχουμε επενδύσει. Η γεωγραφική της θέση είναι υψηλότατης στρατηγικής αξίας και, με βάση τα νέα γεωπολιτικά δεδομένα, η χώρα οφείλει να αναλάβει ξεκάθαρο ρόλο σε περιφερειακό και υπερπεριφερειακό επίπεδο. Αν δεν το πράξει, θα την προσπεράσουν οι εξελίξεις.

Τα μεγάλα λάθη της Ελλάδας ήταν πάντα οι διχασμοί και οι εμφύλιοι, της κόστισαν εδαφική και πληθυσμιακή συρρίκνωση. Ο Ελληνισμός —όχι το κράτος— έχασε τον μισό του πνεύμονα με τη Μικρασιατική Καταστροφή, και ο ψυχολογικός αντίκτυπος είναι ακόμη ορατός. Από το 1974 και μετά, το φοβικό σύνδρομο της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο διατρέχει την εξωτερική μας πολιτική, ωθώντας την να ετεροπροσδιορίζεται. Αυτό είναι σοβαρό στρατηγικό λάθος.

Η Ελλάδα δεν έχει άλλη επιλογή παρά να ακολουθήσει τον δρόμο που ακολούθησε το Ισραήλ μετά το 1948: ένα ισορροπημένο μοντέλο Έξυπνης Ισχύος κατά Nye, συνδυάζοντας Σπαρτιατική στρατιωτική Αρετή και Αθηναϊκή Ήπια Ισχύ.Μόνο έτσι θα επιβιώσει και θα καθορίσει τη μοίρα της σε έναν κόσμο που αλλάζει ραγδαία.

«Η Μεσόγειος ξαναγίνεται κεντρικό θέατρο — όχι για τη σταθερότητα, αλλά για τον έλεγχο της παγκόσμιας ισορροπίας»

-Η διδακτορική σας διατριβή εστίασε στην αμερικανική υψηλή στρατηγική στη Μεσόγειο. Ποιες ομοιότητες βλέπετε ανάμεσα στην τότε και τη σημερινή παρουσία των ΗΠΑ στην περιοχή;

“Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις ώστε, στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, η αμερικανική παρουσία στη Μεσόγειο να γίνει καταλυτική. Από τότε και μέχρι σήμερα, η λογική της Ουάσιγκτον είναι να μην επιτρέψει την εμφάνιση ανταγωνιστικού συστήματος ισχύος στην ευρύτερη περιοχή.
Φαινομενικά, οι ΗΠΑ θεωρούν σήμερα τη Μεσόγειο “δευτερεύον θέατρο”. Στην πραγματικότητα, όμως, παραμένει ζωτικό πεδίο στρατηγικής αναχαίτισης. Η Ουάσιγκτον επιδιώκει να δημιουργήσει πρωτοβουλίες σταθεροποίησης, όχι από ενδιαφέρον για τη συνοχή της περιοχής, αλλά ως μέσο ελέγχου της κινεζικής διείσδυσης και της ρωσικής επιρροής προς τον Παγκόσμιο Νότο — Μέση Ανατολή, Βόρεια και Κεντρική Αφρική.

Η σημερινή αμερικανική στρατηγική επιδιώκει ένα ανάχωμα απέναντι στο  ενδεχόμενο δίπολο Κίνας–Ρωσίας, αντιμετωπίζοντας τη Μόσχα όχι ως απόλυτο εχθρό, αλλά ως αντίβαρο που πρέπει να ελεγχθεί. Η λογική Τραμπ είναι αντιστροφή της Kissinger–Nixon προσέγγισης: όχι να προσεταιριστείς την Κίνα εναντίον της Ρωσίας, αλλά να χρησιμοποιείς τη Ρωσία εναντίον της Κίνας — και το αντίστροφο — ανάλογα με το μέτωπο.
Αυτό είναι που ονομάζεται κατά Mearsheimer στρατηγική blood-letting: μια πολιτική κατατριβής, όπου τρίτοι “αιμορραγούν” πολιτικά, οικονομικά ή στρατιωτικά για να αποδυναμωθεί ο επίδοξος ανταγωνιστής εν προκειμένω η Κίνα.

Σ’ αυτό το πλαίσιο, η Μεσόγειος παραμένει κρίσιμος άξονας στρατηγικής πίεσης και επιρροής. Οι ΗΠΑ επιδιώκουν να καταστήσουν τη θάλασσα αυτή πεδίο ενεργειακής και πολιτικής ηγεμονίας, αποκόπτοντας σταδιακά την Ευρώπη από τη ρωσική εξάρτηση. Αυτή η πολιτική ενέχει κινδύνους: η “ταχεία διευθέτηση” εκκρεμών ζητημάτων δεκαετιών σπάνια φέρνει σταθερότητα· συχνά γεννά νέα, μεγαλύτερα προβλήματα.”

Η Ευρώπη και η στρατηγική αυτονομία

-Η Ευρώπη μιλά για «στρατηγική αυτονομία». Μπορεί να υπάρξει χωρίς κοινή συνείδηση κινδύνου ή πολιτική ένωση;

Η κοινή αντίληψη κινδύνου είναι το άλφα και το ωμέγα κάθε ευρωπαϊκής ενοποιητικής διαδικασίας. Αν η Ευρώπη δεν ορίσει ποιον και τι θεωρεί απειλή, δεν μπορεί να μιλήσει ούτε για αυτονομία ούτε για ισχύ.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι τι είδους Ευρώπη θέλουμε: μια “Καρολίγγεια Ένωση” των κρατών του Βορρά και του Κέντρου ή μια ολιστική Ευρώπη που ενσωματώνει τον ευρωπαϊκό χώρο, στον οποίο η Ελλάδα επιβάλλεται να «κλειδώνει» την  ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας.

Η Ελλάδα, με το τεράστιο πολιτισμικό απόθεμα ισχύος της, οφείλει να πρωτοστατήσει στην επανενεργοποίηση του ευρωπαϊκού ονείρου και να το νοηματοδοτήσει εκ νέου.

Εγχείρημα δύσκολο όχι ακατόρθωτο.

Η “στρατηγική αυτονομία” δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς κοινή συνείδηση επιβίωσης. Πρέπει να ξαναδούμε την Ευρώπη όχι ως αγορά, αλλά ως πολιτική οντότητα με αξιακά θεμέλια τον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό, τη Χριστιανική Παράδοση και Οντολογία και τις αρχές του Διαφωτισμού. Μια πιο ρεαλιστική εκδοχή του οράματος του Ντε Γκωλ, μπορεί να επανατοποθετηθεί σήμερα με όρους συλλογικής ασφάλειας.

Η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα δημιουργήθηκε από όραμα, εναρμονισμένη στις ρεαλιστικές επιταγές του Μεταπολεμικού Κόσμου. Η λογική της ευρωπαϊκής αυτονόμησης, η ιδέα ότι η Ευρώπη όφειλε να χαράξει τη δική της στρατηγική πορεία, ανεξάρτητα από τις δύο υπερδυνάμεις υπήρχε απ’ τις απαρχές του ευρωπαϊκού οικοδομήματος.

Σήμερα, όμως, βλέπουμε το ευρωπαϊκό εγχείρημα να μετατρέπεται σε τεχνοκρατική διαχείριση χωρίς πνοή. Χρειαζόμαστε μια νέα συγκολλητική ουσία, όχι οικονομική αλλά πολιτισμική και στρατηγική. Ως βαθύτατα Ευρωπαϊστής, θλίβομαι που οι ελίτ της Ευρώπης έχουν ξεχάσει τι σημαίνει Ευρώπη ως ιστορική και πολιτισμική οντότητα.

Η Ευρώπη θα επιβιώσει αν θυμηθεί γιατί δημιουργήθηκε. Η ευρωπαϊκή στρατηγική κουλτούρα υπήρξε κάποτε πεδίο στοχασμού μεγάλων πνευμάτων. Υπήρχαν στρατηγιστές τεραστίου διαμετρήματος, όπως ο Raymond Aron, που έθεσε τα θεμελιώδη ζητήματα της ισχύος και της ιστορικής ευθύνης της Ευρώπης επί τον τύπον των ήλων, σε μια εποχή όπου ο Ψυχρός Πόλεμος χώριζε τον κόσμο σε δύο αντίπαλα μπλοκ.

Επιβάλλεται η επιστροφή στις ρίζες του ευρωπαϊκού πνεύματος ως πυξίδα για το ασταθές και αβέβαιο μέλλον.”