Για χρόνια, το πέρασμα των συνόρων προς τη Βουλγαρία αποτελούσε σχεδόν εβδομαδιαίο τελετουργικό για χιλιάδες κατοίκους των νομών Ξάνθη και Ροδόπη. Καρότσια γεμάτα είδη πρώτης ανάγκης, απορρυπαντικά, τρόφιμα και –ως επιστέγασμα– γεμάτα ρεζερβουάρ, συντηρούσαν μια άτυπη οικονομία επιβίωσης που βασιζόταν στις χαμηλές τιμές της γειτονικής χώρας.
Με την επίσημη ένταξη της Βουλγαρίας στο ευρώ, το τοπίο αλλάζει. Οι πρώτες ανατιμήσεις σε βασικά προϊόντα είναι ήδη ορατές και το γνώριμο «πήγαινε-έλα» αρχίζει να χάνει το νόημά του. Όταν το οικονομικό όφελος συρρικνώνεται, το ταξίδι παύει να είναι ευκαιρία και μετατρέπεται σε απλή συνήθεια χωρίς αντίκρισμα.
Το ερώτημα όμως δεν αφορά μόνο τους Έλληνες καταναλωτές. Στους τοπικούς κύκλους της Θράκης διατυπώνεται ήδη, έστω και χαμηλόφωνα, ένας δεύτερος προβληματισμός: κατά πόσο οι αυξήσεις αυτές θα επηρεάσουν και τη διάθεση των ίδιων των Βουλγάρων να κατηφορίζουν μαζικά προς την Ελλάδα τους θερινούς μήνες.
Γιατί μέχρι σήμερα, τα φθηνά καύσιμα και το χαμηλότερο κόστος ζωής άφηναν «χώρο» για διακοπές, εκδρομές και κατανάλωση σε παραλίες, ταβέρνες και καταστήματα της Θράκης. Αν αυτό το περιθώριο περιοριστεί, δεν αποκλείεται να περιοριστεί και η τουριστική δυναμική που –σιωπηρά αλλά ουσιαστικά– στήριξε τοπικές αγορές τα τελευταία καλοκαίρια.
Και τότε, το τέλος του «πάρτυ» δεν θα αφορά μόνο όσους γέμιζαν ρεζερβουάρ βόρεια των συνόρων, αλλά και όσους, νοτιότερα, είχαν μάθει να υπολογίζουν στους επισκέπτες από τη Βουλγαρία ως σταθερό κομμάτι της θερινής οικονομικής εξίσωσης.
Π.Β.Π.
