Μεγάλο ενδιαφέρον έχει αποκτήσει η ερμηνεία για τις στενές σχέσεις ανάμεσα στον τούρκο πρόεδρο Ταγίπ Ερντογάν και τον αμερικανό ομόλογο του Ντόναλντ Τραμπ.

Ο Ερντογάν δήλωσε στα μέσα Ιουνίου πως οι δύο ηγέτες είχαν μια “θετική συζήτηση”-χωρίς όμως να αποκαλύψει λεπτομέρειες. Ανάμεσα στα θέματα που συζητήθηκαν  ήταν και οι εξελίξεις στην Λιβύη. Πόσο όμως οι προσωπικές σχέσεις ανάμεσα στους δύο ηγέτες – αναρωτιέται ο αθρογράφος της ιστοσελίδας Ahval –  μπορούν να επηρεάσουν τις εξελίξεις στην περιοχή;

Η Ουάσιγκτον έχει εκφράσει στηριξή στην αναγνωρισμένη από τα Ηνωμένα Εθνη κυβέρνη της Εθνικής Ενότητας (GNA)  του Φαγέζ αλ Σάρατζ που στηρίζεται και από την Τουρκία. Ομως, οι  ΗΠΑ παρέχουν μια αδύναμη διπλωματική υποστήριξη – η πρεσβεία τους είναι στην Τυνησία

Αντιθέτως χώρες όπως η Ρωσία, χρησιμοποιούν μισθοφόρου συριακής και σουδανικής προέλευσης για να ενισχύσουν την θέση της ρωσικής εταιρίας ασφαλείας Wagner που δραστηριοποιείται  στην Λιβύη, υπό “ημι-επίσημο” καθεστώς, στο πλευρό του Λιβυκού Εθνικού Στρατού (LNA) του στρατάρχη Χαλίφα Χαφτάρ..

Η Γαλλία διαμαρτύρεται στη Μόσχα, καταδικάζει την τουρκική παρεμβατικότητα, αλλά-όπως και οι ΗΠΑ-παρέχει μικρή υλική υποστήριξη, ενώ ταυτόχρονα καλεί όλα τα μέρη να συμφωνήσουν σε εκεχειρία και σε έναν συμβιβασμό.

Όλη αυτή η κατάσταση έρχεται να προστεθεί στο ήδη επιβαρυμένο γεωπολιτικό/ενεργειακό περιβάλλον που διαμορφώνεται στην περιοχή λόγω των καθορισμού των ΑΟΖ και κυρίως λόγω της συμφωνίας που έχει συνάψει η Τουρκία με τον Σαράζ, που χαρακτηρίζεται παράνομη από Ελλάδα, Κύπρο και άλλα κράτη στην περιοχή.

Απεμπλοκή

Ο πρόεδρος  Ντόναλτ Τραμπ φαίνεται, επισημαίνει o αρθογράφος της Αhval, να προτιμά την απεμπλοκή από αυτήν “την γωνιά του πλανήτη”, θεωρώντας πως δεν αξίζει αμερικανική προσοχή και χρόνο και σίγουρα δεν είναι διατεθειμένος να διακινδυνεύσει αμερικανικές ζωές σε όλη αυτήν την ιστορία. Αυτό βέβαια ερμηνεύεται από τουρκικής πλευράς ως το “πράσινο φως” για ενεργητικότερη εμπλοκή της Τουρκίας στις εξελίξεις στην περιοχή.

Ο Ερντογάν από την πλευρά του, προσβλέπει σε προσωπικά  οφέλη, σε επίπεδο εικόνας και διεθνούς αναγνώρισης. Επιθυμεί να αποτελεί δρώντα διεθνούς βεληνεκούς, αναβιώνοντας την επιρροή της παλιάς Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, κάτι που αρχικά επιχειρούσε να το πράξει χρησιμοποιώντας διπλωματικές, οικονομικές, πολιτιστικές και εκπαιδευτικές δομές.

Ωστόσο, οι στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Συρία η εγκατάσταση βάσης στο Κατάρ και τώρα η ευθεία στρατιωτική ανάμειξη στη Λιβύη αποκαλύπτουν την αυξανόμενη θέληση του,  να χρησιμοποιήσει στρατιωτικά μέσα ώστε να επεκτείνει την επιρροή του με τελικό στόχο την πλήρη κυριαρχία στην περιοχή.

Αυτό ωστόσο τον φέρνει σε απευθείας αντιπαράθεση με άλλους δρώντες στην περιοχή, με κυριότερη την Ρωσία με αποτέλεσμα, επισημαίνει ο αρθρογράφος της Ahval, να  διαφαίνεται πλέον πιθανή μια στρατιωτική αναμέτρηση ανάμεσα στις δύο χώρες μέσω “εντολοδόχων” στα πρότυπα της Συρίας.

Χρήση όπλων

Στόχος του φαίνεται να είναι η χρήση στρατιωτικής βίας, με “αποδεκτές απώλειες”-αν και δεν αποκαλύπτει τον πραγματικό αριθμό των απωλειών που έχουν υποστεί οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις, σε συγκρούσεις με ρωσικές ή υποστηριζόμενες από τη Μόσχα  δυνάμεις. Αν καταφέρει να κρατήσει τα επίπεδα  επίσημων τουρκικών απωλειών χαμηλά, δεν αναμένεται, να συναντήσει ισχυρή αντίδραση από τους τούρκους ψηφοφόρους.

Πρόσθετα “αγκάθια” στις σχέσεις με τις Η.Π.Α είναι η αγορά των ρωσικών S-400 και η υπόθεση του Φετχουλλάχ Γκιουλέν που δηλητηριάζει το κλίμα στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις.

Και ενώ πολλοί στις ΗΠΑ ίσως να βλέπουν με καλό μάτι μια πιθανή “ανταλλαγή’ του Γκιουλέν με αντάλλαγμα καλύτερες σχέσεις με την Τουρκία, ο Τραμπ δεν μπορεί να ασκήσει την οποιανδήποτε επιρροή στο αμερικανικό δικαστικό σύστημα με τρόπο ανάλογο αυτού που κάνει ο Ερντογάν στην χώρα του.

Το μόνο που φαίνεται προς στιγμής πως μπορεί να υπονομεύσει την πολιτική Ερντογάν, σύφωνα με τον αρθρογράφο της Ahval, είναι ένας πιθανά μεγάλος αριθμός τουρκικών πολεμικών απωλειών στις εκστρατευτικές περιπέτειες του ιδίου.