ThraceNews.gr

Γράφουμε για την Ελλάδα και τους Έλληνες

Κύπρος: Ανακαλύφθηκαν τα αρχαιότερα κτίρια σε μια πόλη-λιμάνι 3.600 ετών που συνέδεε τρεις ηπείρους

Ακούστε το άρθρο
0:00 -:--
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ

Μια νέα αρχαιολογική ανακάλυψη στην Κύπρο φέρνει στο φως άγνωστες πτυχές της ιστορίας ενός από τα σημαντικότερα εμπορικά κέντρα της Εποχής του Χαλκού. Στο Χαλά Σουλτάν Τεκκέ, κοντά στη σημερινή Λάρνακα, Σουηδοί αρχαιολόγοι εντόπισαν τα παλαιότερα μέχρι σήμερα κτιριακά κατάλοιπα της αρχαίας πόλης, προσφέροντας νέα στοιχεία για τις απαρχές της και τις εμπορικές της δραστηριότητες.

Τα ευρήματα χρονολογούνται μεταξύ του 17ου και του 15ου αιώνα π.Χ. και μεταθέτουν προς τα πίσω τη γνωστή ιστορία του οικισμού, ο οποίος εξελίχθηκε σε σημαντικό κόμβο εμπορίου χαλκού και αγαθών από μεγάλες αποστάσεις.

 

Μια αρχαία πόλη δίπλα στη σημερινή Λάρνακα

Σήμερα, στην περιοχή δίπλα στο αεροδρόμιο της Λάρνακας, εκτείνεται η αλυκή της πόλης. Πριν από περίπου 3.500 χρόνια, όμως, το τοπίο ήταν διαφορετικό: στη θέση της υπήρχε ένας προστατευμένος κόλπος, στις ακτές του οποίου αναπτύχθηκε μια εκτεταμένη πόλη-λιμάνι.

Το Χαλά Σουλτάν Τεκκέ, που πήρε το όνομά του από το γειτονικό μουσουλμανικό τέμενος, αποτελεί τη μεγαλύτερη γνωστή αρχαιολογική θέση της Εποχής του Χαλκού στην Κύπρο. Η έκτασή του υπολογίζεται ότι έφτανε έως και τα 500 στρέμματα.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Τμήματος Αρχαιοτήτων της Κύπρου, η πόλη ιδρύθηκε το αργότερο τον 17ο αιώνα π.Χ., γνώρισε ακμή για περίπου πέντε αιώνες και εγκαταλείφθηκε γύρω στο 1150 π.Χ.

Η θέση της, κοντά σε έναν ασφαλή φυσικό όρμο, συνέβαλε στην ανάπτυξη ενός εμπορικού κέντρου που διατηρούσε επαφές με περιοχές της Μεσογείου αλλά και με πολύ πιο απομακρυσμένες περιοχές.

Ο χαλκός που έφερε πλούτο και εμπορικές επαφές

Η οικονομική ισχύς του Χαλά Σουλτάν Τεκκέ συνδεόταν άμεσα με τον χαλκό, ένα από τα σημαντικότερα υλικά της εποχής. Η Κύπρος αποτελούσε σημαντικό κέντρο παραγωγής και εξαγωγής του μετάλλου, το οποίο, όταν αναμειγνυόταν με κασσίτερο, παρήγαγε τον μπρούντζο που χρησιμοποιούνταν στην κατασκευή εργαλείων, όπλων και κοσμημάτων.

Η σχέση του νησιού με τον χαλκό αποτυπώνεται ακόμη και στη γλώσσα. Η λατινική ονομασία cuprum συνδέεται με το Cyprium, δηλαδή το μέταλλο της Κύπρου, από όπου προέρχεται και η αγγλική λέξη copper.

Οι αρχαιολογικές έρευνες στην πόλη έχουν αποκαλύψει σκουριά από μεταλλουργικές εργασίες, μεταλλεύματα χαλκού, καμίνους και χωνευτήρια. Τα ευρήματα αυτά υποδεικνύουν ότι η επεξεργασία του μετάλλου αποτελούσε σημαντική δραστηριότητα του οικισμού.

Η πρώτη ύλη μεταφερόταν από την οροσειρά του Τροόδους, όπου βρίσκονταν τα κοιτάσματα, και στη συνέχεια υποβαλλόταν σε επεξεργασία πριν διοχετευθεί μέσω του λιμανιού σε άλλες περιοχές.

Η εμπορική δραστηριότητα γνώρισε ιδιαίτερη ανάπτυξη κατά τον 14ο και τον 13ο αιώνα π.Χ., όταν η πόλη είχε εξελιχθεί σε ένα από τα σημαντικά σταυροδρόμια της ανατολικής Μεσογείου.

Από τη Σαρδηνία και τη Βαλτική έως την Ινδία

Το εύρος των εμπορικών επαφών του Χαλά Σουλτάν Τεκκέ αποτυπώνεται στην ποικιλία των αντικειμένων που έχουν εντοπιστεί στις ανασκαφές.

Σύμφωνα με το Τμήμα Αρχαιοτήτων της Κύπρου, αγαθά έφταναν στην πόλη από τη Σαρδηνία, τη Βαλτική και την Ινδία, αλλά και από περιοχές της κεντρικής Ασίας και της Νουβίας, στη σημερινή περιοχή της νότιας Αιγύπτου και του βόρειου Σουδάν.

Ανάμεσα στα ευρήματα προηγούμενων ανασκαφών περιλαμβάνονται ένα μπολ από τη Σαρδηνία, μια πόρπη ιταλικής προέλευσης, ένα αγγείο από την Κρήτη και μυκηναϊκά κεραμικά από την ηπειρωτική Ελλάδα.

Επιπλέον, έχουν εντοπιστεί υλικά όπως το ήλεκτρο, γνωστό και ως κεχριμπάρι, που συνδέεται με τη Βαλτική, καθώς και λαζουρίτης, ένας πολύτιμος λίθος έντονου μπλε χρώματος.

Τα ευρήματα σκιαγραφούν ένα εκτεταμένο δίκτυο ανταλλαγών, μέσα από το οποίο η Κύπρος συνδεόταν με διαφορετικούς πολιτισμούς και εμπορικές διαδρομές της Εποχής του Χαλκού.

Οι νέες ανασκαφές αποκαλύπτουν την παλαιότερη κατοίκηση

Η αρχαιολογική έρευνα στο Χαλά Σουλτάν Τεκκέ έχει ξεκινήσει από τα τέλη του 19ου αιώνα. Το 1894, ο Βρετανός αρχαιολόγος Τζ. Λ. Μάιερς πραγματοποίησε δοκιμαστικές ανασκαφές, ενώ το Βρετανικό Μουσείο συνέχισε τις έρευνες το 1897 και το 1898, με έμφαση στην αναζήτηση τάφων και πολύτιμων αντικειμένων.

Αργότερα, ο αρχαιολόγος Πάουλ Άστρεμ από το Πανεπιστήμιο του Γκέτεμποργκ εργάστηκε στην περιοχή από τη δεκαετία του 1970 έως το 2004. Από το 2010, τη σουηδική αρχαιολογική αποστολή διευθύνει ο Πέτερ Μ. Φίσερ.

Παρά τις πολυετείς έρευνες, οι παλαιότερες ανασκαφές είχαν εντοπίσει κυρίως αστικά κατάλοιπα που χρονολογούνταν από τον 14ο αιώνα π.Χ. Τα προγενέστερα ευρήματα περιορίζονταν σε μεμονωμένα θραύσματα κεραμικής, χωρίς να συνοδεύονται από σαφή στοιχεία κατοίκησης.

Αυτό το κενό ήρθαν να καλύψουν οι ανασκαφές του 2026. Για πρώτη φορά, η αποστολή εντόπισε κτιριακές κατασκευές στα αρχικά αρχαιολογικά τους στρώματα, μαζί με κεραμικά που χρονολογούνται από τον 15ο έως τον 17ο αιώνα π.Χ.

Οι ερευνητές κατέγραψαν τρία στρώματα κατοίκησης, τα οποία αριθμούνται ως 4, 5 και 6. Τα βαθύτερα στρώματα αντιστοιχούν στις παλαιότερες φάσεις του οικισμού και προσφέρουν νέα δεδομένα για την εξέλιξή του.

Τι αποκαλύπτουν τα κεραμικά για τους πρώτους κατοίκους

Η κεραμική αποτελεί βασικό εργαλείο για τη χρονολόγηση αρχαιολογικών θέσεων, ιδιαίτερα όταν δεν υπάρχουν γραπτές πηγές που να περιγράφουν την ιστορία τους.

Στο Στρώμα 4 εντοπίστηκαν χαρακτηριστικά κυπριακά κεραμικά, όπως η Επίχριστη Λευκή κεραμική και η κεραμική με Δακτυλιόσχημη Βάση. Παράλληλα, βρέθηκαν στενά αγγεία σε σχήμα ατράκτου, τα οποία συνδέονται με την Ανατολία, τη σημερινή Τουρκία.

Η προέλευση της συγκεκριμένης κατηγορίας κεραμικής, γνωστής ως Ερυθρή Στιλπνή Τροχήλατη, αποτελεί αντικείμενο επιστημονικής συζήτησης. Ενώ παλαιότερα θεωρούνταν κυπριακής παραγωγής, μελέτη του 2025 υποστήριξε ότι η προέλευσή της βρίσκεται στη νότια Ανατολία.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η απουσία μυκηναϊκών εισαγωγών από το συγκεκριμένο στρώμα. Το στοιχείο αυτό συνάδει με την εκτίμηση ότι η παρουσία μυκηναϊκών προϊόντων στην πόλη ενισχύθηκε σημαντικά κατά τον 14ο και τις αρχές του 13ου αιώνα π.Χ.

Σε αυτή τη μεταγενέστερη περίοδο ανήκει και ένα αγγείο από κοντινό τάφο, το οποίο χρονολογείται περίπου στο 1350 π.Χ. και φέρει διακόσμηση με πολεμικά άρματα και ένοπλους άνδρες.

Αντίθετα, στα παλαιότερα Στρώματα 5 και 6 κυριαρχεί κεραμική με κόκκινη, μαύρη και λευκή γραπτή διακόσμηση, χαρακτηριστική των πολιτισμικών εξελίξεων κατά τη μετάβαση από τη Μέση στην Ύστερη Εποχή του Χαλκού.

Το σύνολο των ευρημάτων παρέχει στους αρχαιολόγους την ισχυρότερη μέχρι σήμερα ένδειξη για τις πρώτες φάσεις κατοίκησης της θέσης και δημιουργεί ένα νέο πλαίσιο για τη μελέτη της μετατροπής της σε οργανωμένο αστικό κέντρο.

Το τέλος της πόλης και το μυστήριο των «Λαών της Θάλασσας»

Η εγκατάλειψη του Χαλά Σουλτάν Τεκκέ τοποθετείται περίπου στο 1150 π.Χ., σε μια περίοδο μεγάλων αναταράξεων στην ανατολική Μεσόγειο.

Άλλες δημοσιεύσεις του Πέτερ Φίσερ αναφέρουν δύο καταστροφές, περίπου το 1200 και το 1175 π.Χ. Για μεγάλο χρονικό διάστημα, τέτοιες καταστροφές αποδίδονταν στους λεγόμενους «Λαούς της Θάλασσας», ομάδες που συνδέονται με τις αναστατώσεις και τις συγκρούσεις της περιόδου.

Ο Αιγύπτιος φαραώ Ραμσής Γ΄, που βασίλεψε από το 1184 έως το 1153 π.Χ., περιέγραψε στις επιγραφές του συγκρούσεις με ομάδες που απειλούσαν την Αίγυπτο τόσο από την ξηρά όσο και από τη θάλασσα.

Ωστόσο, η κατάρρευση των κοινωνιών της Ύστερης Εποχής του Χαλκού δεν αποδίδεται απαραίτητα σε μία μόνο αιτία. Οι αρχαιολογικές και ιστορικές ενδείξεις παραπέμπουν σε ένα σύνθετο φαινόμενο, στο οποίο ενδέχεται να συνέβαλαν πολεμικές συγκρούσεις, επισιτιστικές κρίσεις, επιδημίες και κλιματικές μεταβολές.

Ο Φίσερ έχει υποστηρίξει ότι η πόλη πιθανότατα δέχθηκε επίθεση, χωρίς να αποκλείει την εμπλοκή γειτονικής δύναμης. Παράλληλα, έχει επισημάνει ότι οι «Λαοί της Θάλασσας» δεν αποτελούσαν κατ’ ανάγκη έναν ενιαίο εχθρό, αλλά ένα ευρύτερο φαινόμενο μετακινήσεων και συγκρούσεων.

Μετά την παρακμή του Χαλά Σουλτάν Τεκκέ, σημαντικό ρόλο στο εμπόριο της περιοχής ανέλαβε το γειτονικό Κίτιο, στη θέση της σημερινής Λάρνακας, το οποίο είχε ιδρυθεί περίπου το 1300 π.Χ.

Μια ιστορία που δεν έχει αποκαλυφθεί πλήρως

Παρά τις δεκαετίες αρχαιολογικής έρευνας, μεγάλο μέρος της αρχαίας πόλης παραμένει ανεξερεύνητο. Ο Πέτερ Φίσερ είχε εκτιμήσει το 2023 ότι ενδέχεται να έχει ανασκαφεί μόλις το 10% της έκτασής της.

Τα νέα ευρήματα δημιουργούν σημαντικά ερωτήματα για την προέλευση των πρώτων κατοίκων, την οργάνωση του οικισμού και τον χρόνο κατά τον οποίο η επεξεργασία και το εμπόριο του χαλκού απέκτησαν κεντρική θέση στην οικονομία του.

Η συνέχιση των ανασκαφών αναμένεται να προσφέρει περισσότερα στοιχεία για τις πρώτες φάσεις της πόλης και τον τρόπο με τον οποίο εξελίχθηκε σε ένα από τα σημαντικότερα εμπορικά κέντρα της Εποχής του Χαλκού στην Κύπρο.

GOOGLEΠροσθέστε το ThraceNews.gr στην Google