Αιχμηρή παρέμβαση του πρώην υπουργού Μακεδονίας και Θράκης και πρώην βουλευτή Δράμας, που θυμίζει το ιστορικό «ΟΧΙ» του 2012, ασκεί κριτική στις πολιτικές επιλογές της εποχής και καταγγέλλει τις συνέπειες των Μνημονίων στη δημόσια περιουσία.
Με μια ιδιαίτερα αιχμηρή ανάρτηση στον προσωπικό του λογαριασμό στο Facebook, ο πρώην υπουργός Μακεδονίας και Θράκης και πρώην βουλευτής Δράμας της Νέας Δημοκρατίας, Μαργαρίτης Τζίμας, επανέρχεται στη δραματική περίοδο των Μνημονίων, υπενθυμίζοντας τη δική του απόφαση να καταψηφίσει το δεύτερο Μνημόνιο τον Φεβρουάριο του 2012.
Δεκατέσσερα και πλέον χρόνια μετά, ο Μαργαρίτης Τζίμας δεν περιορίζεται σε μια ιστορική αναδρομή. Αντιθέτως, εξαπολύει πολιτικά πυρά κατά όσων, όπως υποστηρίζει, επέκριναν τότε τη στάση του, ενώ σήμερα η χώρα εξακολουθεί να βιώνει τις συνέπειες των αποφάσεων εκείνης της περιόδου.
Με τη χαρακτηριστική φράση «Τώρα λουστείτε τα αποτελέσματα», ο πρώην υπουργός στέλνει ένα σαφές μήνυμα τόσο προς τους πολιτικούς που υποστήριξαν τα Μνημόνια όσο και προς όσους πολίτες, κατά την εκτίμησή του, επέλεξαν να εμπιστευτούν εκείνους που συμφωνούσαν με τις απαιτήσεις των δανειστών.
«Όταν δεν ψήφισα το Μνημόνιο, έλεγαν πως δεν θα έχουμε συντάξεις και μισθούς»
Ο Μαργαρίτης Τζίμας περιγράφει το κλίμα που επικρατούσε το 2012 και τις αντιδράσεις που προκάλεσε η άρνησή του να υπερψηφίσει τη νέα δανειακή σύμβαση.
Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά:
«Όταν δεν ψήφισα το μνημόνιο το 2012 λέγανε μερικοί εξυπνάκηδες. Τι έκανες τώρα; Δε θα έχουμε συντάξεις και μισθούς».
Στη συνέχεια κατηγορεί όσους τον έκριναν ότι δεν είχαν διαβάσει το περιεχόμενο της συμφωνίας, ενώ συνδέει την πολιτική του επιλογή με την εκλογική του πορεία.
«Και έκριναν αυτοί που δε διάβασαν ούτε λέξη από το επαίσχυντο μνημόνιο. Και στις επόμενες εκλογές δε με ψήφισαν».
Πρόκειται για μια προσωπική, αλλά ταυτόχρονα βαθιά πολιτική τοποθέτηση, με την οποία ο πρώην υπουργός επιχειρεί να αναδείξει το κόστος που, όπως εκτιμά, είχε η επιλογή του να κινηθεί αντίθετα στην κυρίαρχη πολιτική γραμμή της εποχής.
Το ιστορικό «ΟΧΙ» και η διαγραφή του από τη Νέα Δημοκρατία
Η στάση του Μαργαρίτη Τζίμα τον Φεβρουάριο του 2012 αποτελεί καταγεγραμμένο γεγονός της κοινοβουλευτικής ιστορίας.
Στις 12 Φεβρουαρίου 2012, κατά την ψηφοφορία για το δεύτερο Μνημόνιο, η νέα συμφωνία εγκρίθηκε από τη Βουλή με 199 ψήφους υπέρ και 74 κατά.
Ο τότε βουλευτής Δράμας συγκαταλεγόταν στους 21 βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας που δεν υπερψήφισαν τη συμφωνία και τέθηκαν εκτός της Κοινοβουλευτικής Ομάδας, με απόφαση του τότε προέδρου του κόμματος Αντώνη Σαμαρά. Ακολούθησε και η διαγραφή τους από το κόμμα.
Η επιλογή του δεν ήταν αποτέλεσμα μιας αιφνιδιαστικής διαφοροποίησης. Είχε προηγουμένως εκφράσει δημόσια την αντίθεσή του στα μέτρα που περιλάμβανε η συμφωνία, με ιδιαίτερη αναφορά στις μειώσεις μισθών και συντάξεων και στην απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων.
Μάλιστα, στις 22 Φεβρουαρίου 2012, σε συνέντευξή του στον ραδιοφωνικό σταθμό Βήμα FM, είχε ξεκαθαρίσει ότι δεν επρόκειτο να ψηφίσει ούτε τους εφαρμοστικούς νόμους, επικαλούμενος την πολιτική του συνέπεια και την προσωπική του αξιοπρέπεια.
Το ThraceNews είχε επανέλθει στην υπόθεση και το 2021, με δημοσίευμα για την επέτειο της καταψήφισης και της διαγραφής του Μαργαρίτη Τζίμα, παρουσιάζοντας την τότε τοποθέτησή του.
«Όλη η περιουσία του κράτους στο Υπερταμείο – Άλλοι αποφασίζουν ακόμη για εμάς»
Ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα έχει η αναφορά του πρώην υπουργού στη δημόσια περιουσία και στον ρόλο του Υπερταμείου.
Στην ανάρτησή του επισημαίνει:
«Όλη η περιουσία του κράτους στο υπερταμειο. Άλλοι αποφασίζουν ακόμη για εμάς».
Με αυτή την αποστροφή ο Μαργαρίτης Τζίμας συνδέει τις μνημονιακές επιλογές με το ζήτημα της οικονομικής κυριαρχίας και του ελέγχου της δημόσιας περιουσίας.
Το Υπερταμείο, επισήμως Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας, ιδρύθηκε το 2016, στο πλαίσιο των δεσμεύσεων της χώρας κατά τη μνημονιακή περίοδο. Στην εταιρεία μεταφέρθηκαν συγκεκριμένες δημόσιες συμμετοχές και περιουσιακά στοιχεία με σκοπό τη διαχείριση και αξιοποίησή τους. Επομένως, η αναφορά στην «όλη περιουσία» αποτελεί πολιτική γενίκευση του πρώην υπουργού και όχι κυριολεκτική περιγραφή του νομικού καθεστώτος.
Ωστόσο, η ουσία της κριτικής του αφορά την έκταση της επιρροής που απέκτησαν οι μνημονιακές δεσμεύσεις στη διαχείριση της δημόσιας περιουσίας και στις οικονομικές επιλογές της χώρας.
«Οι πολιτικοί πρέπει να προηγούνται της εποχής»
Πέρα από την κριτική του για τις οικονομικές συνέπειες των Μνημονίων, ο πρώην υπουργός διατυπώνει και ένα ευρύτερο πολιτικό μήνυμα για την ευθύνη των αιρετών εκπροσώπων.
«Για να ξέρετε πως οι πολιτικοί πρέπει να προηγούνται της εποχής. Μετά το ταμείο το λάθος δεν αναγνωρίζεται».
Η συγκεκριμένη αναφορά συμπυκνώνει την πολιτική φιλοσοφία που επιχειρεί να προβάλει μέσα από την ανάρτησή του: ότι ένας πολιτικός οφείλει να αξιολογεί τις μακροπρόθεσμες συνέπειες των αποφάσεών του, ακόμη και όταν η στάση του συνεπάγεται προσωπικό ή κομματικό κόστος.
Ακόμη πιο αιχμηρή είναι η επόμενη επισήμανσή του:
«Φαίνεται ο λαός θέλει πολιτικούς που λένε σε όλα ναι».
Πρόκειται για μια σαφή αποδοκιμασία της πολιτικής συμμόρφωσης, αλλά και για κριτική απέναντι στα εκλογικά κριτήρια με τα οποία, κατά την άποψή του, οι πολίτες επιβραβεύουν ή αποδοκιμάζουν τους εκπροσώπους τους.
Μια παρέμβαση με πολιτικό αποδέκτη και στο σήμερα
Η νέα δημόσια παρέμβαση του Μαργαρίτη Τζίμα υπερβαίνει τα όρια μιας προσωπικής αποτίμησης του παρελθόντος.
Επαναφέρει στον δημόσιο διάλογο ερωτήματα σχετικά με το πολιτικό κόστος της διαφωνίας, την κομματική πειθαρχία, τη δημοκρατική ευθύνη και τις συνέπειες των αποφάσεων που λαμβάνονται υπό την πίεση οικονομικών κρίσεων.
Παράλληλα, αναδεικνύει μια ιστορική αντίφαση: πολιτικοί που διαφώνησαν με κεντρικές επιλογές των κομμάτων τους αντιμετώπισαν τότε σοβαρές συνέπειες, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η μεταγενέστερη πορεία της χώρας επιβεβαιώνει αυτομάτως όλες τις προβλέψεις τους.
Ο ίδιος, πάντως, εμφανίζεται αμετακίνητος στην αποτίμηση της στάσης του.
Και φροντίζει να ολοκληρώσει την ανάρτησή του με μια φράση που αποτελεί ταυτόχρονα προσωπική δήλωση και πολιτική αιχμή:
«Και να ξέρετε εγώ διάβασα το μνημόνιο και δεν το ψήφισα».
Μια φράση που, δεκατέσσερα χρόνια μετά, επαναφέρει το ερώτημα: πόσο κοστίζει τελικά σε έναν πολιτικό να πει «όχι» όταν το κόμμα του απαιτεί «ναι»;
